ASTA

ASTA= ΠΡΧ Β-ΑΣΤΑ> ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΒΑΣΤΩ= ΛΑΒΗ, ΠΡΧ ΙΣΤΟΣ> ΚΟΝΤΑΡΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

asta 1. θ, πρχ β-άστα> λαβή, σημείο που βαστώ κάτι, λαβή σε δόρυ, asta de lanza,

2. λαβή πινέλου, el asta del pincel, η λαβή του πινέλου

3. υλικό λαβής= κέρας, κέρατο, un peine de asta, μια κοκάλινη χτένα

4. κέρας μεδουλιού, asta de médula

5. πρχ αστα> κερ-α(σ)τα= κέρατο ταύρου, el asta de toro, το κέρατο του ταύρου

6. δόρυ με πέλεκυ

7. μτφ, πρχ αστα> ιστός, κοντάρι σημαίας, el asta de la bandera, το κοντάρι της σημαίας

8. εκφ, a media asta, σε μέσο βάστα σημαίας= μεσίστιος, bandera a media asta

enastar 1. ρα, πρχ εν-βαστάρω= βάζω την λαβή σε όπλο, εργαλείο

desenastar 1. ρμ, αφαιρώ τη λαβή

astado, da 1. ε, για ταύρο, κερασ-φόρος, -α, -o

2. βοτ, λογχοειδής, -ής, -ές

astado 1. α, ταυ, ταύρος

astifino, na 1. ε, ταυ, πρχ κερατο-φινος= μυτερο-κέρατος, -η, -ο, un toro astifino,

ένας ταύρος με μυτερά κέρατα

astil πρχ ιστός> κοντάρι ή β-αστάρι

1. α, λαβή τσάπας, τσεκουριού, κασμά, astil de azada, hacha, pico

2. βραχίονας ζυγαριάς, astil de balanza

3. στέλεχος πτερού, astil de pluma

4. άξονας βέλους, El astil de la flecha está hecho con un tipo de madera flexible,

Ο άξονας του βέλους είναι κατασκευασμένος από ένα είδος εύκαμπτο ξύλου

ampón, ona 1. ε, πρχ μπου-μπούνας ή αμβλύν= για υλικό, κούφιος, -α, -ο στο εσωτερικό

ή ευρύς, -εία, -ύ

hampa 1. θ, πρχ άτομα μπα-μπέσικα= υπόκοσμος,

En esta zona de la ciudad no hay ley y reina el hampa local,

Σε αυτήν την περιοχή της πόλης δεν υπάρχει νόμος και βασιλεύει ο τοπικός υπόκοσμος

hampesco, ca 1. ε, μπαμπέσικος, -η, -ο, υποκοσμικός, -ή, -ό

hampón, ona 1. ε, μπαμπέσικος, -η, -ο> του υποκόσμου, la jerga hampona,

η αργκό του υπόκοσμου

2. α θ, μπαμπέσης, -α= κάθαρμα, άτομο υποκόσμου,

varios hampones controlaban el negocio del whisky,

διάφορα άτομα υποκόσμου έλεγχαν το εμπόριο του ουίσκι

subasta 1. θ, πρχ σουμπ-αστα> υπο- ή υπερ-βαστά κάτι σε πώληση= δημοπρασία

Compré un cuadro en la subasta, Αγόρασα έναν πίνακα σε δημοπρασία

2. δημοπράτηση έργου, πρόσκληση υποβολής προσφορών

3. εκφ, sacar algo a subasta, νομ, βγάζω σε δημοπρασία, δημοπρατώ,

ή προκηρύσσω διαγωνισμό ανάθεσης έργου

salir a subasta, νομ, βγαίνω σε δημοπρασία

ή γίνομαι αντικείμενο διαγωνισμού ανάθεσης έργου

vender en pública subasta, νομ, πουλώ σε δημοπρασία

subastar 1. ρμ, υπερ-βαστώ σε πώληση= δημοπρατώ, βγάζω σε δημοπρασία,

van a subastar la camiseta de Messi, θα βγάλουν σε δημοπρασία την φανέλα του Μέσι

2. προχωρώ σε πρόσκληση υποβολής προσφορών

subastero, ra 1. α θ, δημοπράτης

subastador, ra 1. ε, δημοπρατικός, -ή, -ó

2. α θ, δημοπράτης, ενεργών, ενεργούσα δημοπρασία

yarda 1. θ, μονάδα μέτρησης γιάρδα

Scroll to Top