ASMA= ΠΡΧ ΑΣΘΜΑ
asma 1. θ, άσθμα, Tengo que llevar el inhalador a todas partes porque tengo asma,
Πρέπει να κουβαλάω τη συσκευή εισπνοής μου παντού γιατί έχω άσθμα
asmático, ca 1. ε, ασθματικός, -ή, -ó, ataque asmático, κρίση άσθματος
tos asmática, ασθματικός βήχας
un enfermo asmático, ασθματικός ασθενής