ASISTIR= ΠΡΧ ΠΑΡ-ΙΣΤΑΜΑΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΣΤΕΚΩ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ, ΠΡΧ ΙΣΤΑΜΑΙ, ΑΣΙΣΤ,
ΠΡΧ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
asistir πρχ παρ-ίσταμαι ή συμ-παρ-ίσταμαι σε κάποιον
1. ρμ, παρ-ίσταμαι σε κάποιον= βοηθώ, συντρέχω, asiste a los pobres, βοηθά τους φτωχούς al ver el accidente corrieron a asistir a los heridos,
Βλέποντας το ατύχημα έσπευσαν να βοηθήσουν τους τραυματίες
2. ιατ, φροντίζω ασθενή, άρρωστο, παρακολουθώ, le asiste el mejor especialista en afecciones pulmonares, Τον φροντίζει ο καλύτερος ειδικός σε παθήσεις των πνευμόνων
asiste a todos sus pacientes con la misma dedicación,
φροντίζει όλους τους ασθενείς του με την ίδια αφιέρωση
3. βοηθώ κάποιον σε κάτι, υποστηρίζω, Ιa asiste en su trabajo, τη βοηθά στη δουλειά της
asistir a un profesor, είμαι βοηθός σε καθηγητή
4. μτφ, έχω μαζί μου το δίκιο, νόμος, me asiste la ley, έχω το νόμο με το μέρος μου
5. ρα, παρίσταμαι σε γεγονός, μέρος, δίνω παρουσία, προσέρχομαι,
no sé si asistir a la reunión, δεν ξέρω αν παρασταθώ στην συγκέντρωση
είμαι παρών, είμαι μάρτυρας, παρακολουθώ,
estamos asistiendo a cambios históricos είμαστε μάρτυρες ιστορικών αλλαγών
6. παρέχω υπηρεσίες σαν υπηρέτης, esa mujer asiste en casa de mis padres,
αυτή η γυναίκα είναι οικιακή βοηθός στο σπίτι των γονιών μου
7. παρίσταμαι με κάποιον σε γεγονός, συνοδεύω
asistente πρχ παρ-ιστάμενος σε κάποιον
1. ε, παρών, -ούσα, -όν, παρ-ιστάμενος, -η, -ο, παρευρισκόμενος, -η, -o,
el público asistente aplaudió entusiasmado,
το παριστάμενο κοινό χειροκρότησε ενθουσιασμένο
2. α θ, βοηθός, mi asistente personal me ayuda a organizar mi horario diario,
o προσωπικός μου βοηθός με βοηθάει να οργανώσω το καθημερινό μου πρόγραμμα
3. παρών, -ούσα, -όν, entre los asistentes se encontraban varios políticos,
μεταξύ των παρόντων ήταν και πολλοί πολιτικοί
4. αθλ, επόπτης γραμμών, λάινσμαν
5. σνθ, asistente social, κοινωνικός λειτουργός
asistente 1. α, πλφ, βοηθός
2. στρ, υπασπιστής, ορντινάντσα
3. θρη, επίτροπος
asistentes 1. α πλ, παριστάμενοι σε γεγονός, κοινό, παρευρισκόμενοι,
había muchos asistentes, υπήρχε πολυπληθές κοινό
asistenta 1. θ, παρ-ιστάμενη= οικιακή βοηθός
2. θρη, μοναχή βοηθός ή αντικαταστάτρια της ηγούμενης
3. σνθ, asistenta social, κοινωνική λειτουργός
asistencia πρχ παρά-σταση> παρουσία ατόμου σε μέρος ή συμ-παρα-σταση σε κάποιον
1. θ, παρουσία σε κάτι, παρακολούθηση, συμμετοχή, la asistencia a las clases es obligatoria, η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι υποχρεωτική
se ruega confirme su asistencia al acto,
παρακαλείστε να επιβεβαιώσετε τη συμμετοχή σας στην εκδήλωση
2. σύνολο παρ-ιστάμενων σε γεγονός, κοινό, προσέλευση κοινού,
la asistencia al concierto fue masiva, η παρουσία στη συναυλία ήταν μαζική
3. φροντίδα από ιατρό, βοήθεια, περίθαλψη,
la asistencia sanitaria es un derecho humano básico,
η υγειονομική περίθαλψη είναι ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα
4. τεχνική υποστήριξη, εξυπηρέτηση, la empresa ofrece asistencia técnica a sus clientes,
η εταιρεία προσφέρει τεχνική υποστήριξη στους πελάτες της
5. αθλ, ασίστ, πάσα, le dio una asistencia de gol, του έδωσε πάσα για να σκοράρει
6. σνθ, asistencia a domicilio, κατ’ οίκον εξυπηρέτηση
asistencia en carretera, οδική βοήθεια
asistencia facultativa, ιατρική βοήθεια ή ιατρικό προσωπικό
asistencia jurídica, νομική αρωγή
asistencia médica, ιατρική βοήθεια, φροντίδα
asistencia pública, κοινωνική πρόνοια
asistencia sanitaria, ιατρική περίθαλψη
asistencia social, κοινωνική πρόνοια
asistencia técnica, τεχνική υποστήριξη
7. εκφ, contar con la asistencia de alguien, υπολογίζω στην παρουσία κάποιου
prestar asistencia a alguien, παρα-στέκω, προσφέρω βοήθεια, φροντίδα σε κάποιον
asistencias 1. θ πλ, προσωπικό πρώτων βοηθειών σε γήπεδο,
las asistencias retiraron al jugador del terreno de juego,
οι τραυματιοφορείς μετέφεραν τον παίκτη εκτός γηπέδου
2. ταυ, προσωπικό της αρένας, las asistencias se llevaron al toro,
το προσωπικό απομάκρυνε, πήρε τον ταύρο
asistencial 1. ε, πρχ συμ-παρα-στατικός, -ή, -ό, που βοηθά, servicios asistenciales,
υπηρεσίες αρωγής
asistido, da 1. ε, παρ-ιστάμενος, -η, -ο απο, γίνεται με μηχανική υποστήριξη,
υποβοηθούμενος, -η, -o, freno asistido, σύστημα υποβοηθούμενης πέδησης,
reproducción asistida, υποβοηθούμενη αναπαραγωγή
respiración asistida, αναπνοή υποβοηθούμενη
desasistir 1. ρμ, πρχ δεν-παρ-ίσταμαι σε κάποιον, εγκαταλείπω, παραμελώ,
el juez le halló culpable de haber desasistido a su padre,
ο δικαστής τον βρήκε ένοχο με τον να μην έχει φροντίσει, παραμελήσει τον πατέρα του
2. εκφ, estar desasistido, στην δουλειά, δεν έχω υποστήριξη
ή για άρρωστο, ηλικιωμένο, δεν δέχομαι βοήθεια, αρωγή από πουθενά
desasistencia 1. θ, μη συμ-παρά-σταση σε κάποιον, παραμέληση, παραίτηση, εγκατάλειψη
han denunciado al hospital por desasistencia,
έχουν καταγγείλει το νοσοκομείο για παραμέληση
desasistido, da πρχ δεν έχει συμπαράσταση, περιγράφει κάποιον ή κάτι που δεν έχει τη βοήθεια ή την υποστήριξη που χρειάζεται και αισθάνεται αβοήθητος, απομονωμένος
1. ε, εγκαταλελειμμένος, -η, -ο, la comunidad está desasistida por las autoridades,
Η κοινότητα δεν έχει την υποστήριξη των αρχών
2. απομονωμένος, -η, -ο, el anciano vive solo y desasistido,
ο ηλικιωμένος ζει μόνος και απομονωμένος
3. αβοήθητος, -η, -ο, los niños huérfanos se sienten desasistidos,
τα ορφανά παιδιά αισθάνονται αβοήθητα
4. μτφ, λογ, desasistido de, στερούμενος από, una obra desasistida de todo interés,
ένα έργο στερούμενο κάθε ενδιαφέροντος
inasistencia 1. θ, ανευ-συμ-παρά-σταση= έλλειψη βοήθειας, εγκατάλειψης,
la inasistencia estatal frente a la sequía en Santiago del Estero,
η έλλειψη βοήθειας από το κράτος για την αντιμετώπιση της ξηρασίας στο Σαντιάγο ντελ Εστέρο
inasistente 1. ε, που δεν βοηθά, δεν συμ-παρ-ίσταται, παραμελητικός, -ή, -ό
consistir, πρχ συν-ίσταμαι
1. ρα, consistir en συνίσταμαι σε, αποτελούμαι από,
una estantería consiste en una serie de maderas horizontales y otras verticales,
Ένα ράφι αποτελείται από μια σειρά από οριζόντιες και κάθετες σανίδες,
La verdadera felicidad consiste en apreciar lo que se tiene y no desear en exceso,
Η αληθινή ευτυχία συνίσταται στο να εκτιμάς αυτό που έχεις και να μην επιθυμείς πολλά,
Mi trabajo consiste en programar software para empresas,
Η δουλειά μου αποτελείται από το να προγραμματίζω λογισμικό για εταιρείες
El premio consiste en un crucero para dos personas por el Caribe,
Το έπαθλο αποτελείται από μια κρουαζιέρα για δύο άτομα στην Καραϊβικής
2. βασίζομαι σε, El éxito consiste en perseverar y no rendirse,
Η επιτυχία βασίζεται στο να επιμένεις και να μην παραιτείσαι
consistencia πρχ σύ-σταση μιας ουσίας, ενός υλικού ή μιας μείξης,
μτφ, σταθερότητα ή τη συνέπεια ενός προσώπου, μιας συμπεριφοράς, μιας απόφασης
1. θ, σύσταση, δέσιμο συστατικών, πηκτό-τητα, συμπαγό-τητα υλικού,
exigió que la madera fuera de gran consistencia,
Απαίτησε ώστε το ξύλο να ήταν πυκνής σύστασης
la masa de galletas tiene la consistencia perfecta para hacer galletas suaves,
η μάζα των μπισκότων έχει την τέλεια σύσταση για να φτιαχτούν μαλακά μπισκότα
2. μτφ, συνοχή, συνέπεια, la consistencia de sus argumentos no daba lugar a la réplica,
η συνοχή στα επιχειρήματα του δεν έδινε χώρο για ανταπάντηση,
su consistencia en el trabajo es increíble, η συνέπεια του στην δουλειά είναι απίστευτη
3. εκφ, adquirir, tomar consistencia, αποκτώ σύσταση> δένω για κρέμα,
ή μτφ, για επιχείρημα, θεωρία, αποκτώ σύσταση= σάρκα και οστά
consistente πρχ συν-ιστάμενο, συ-στατούμενο απο κάτι
1. ε, στέρεος, -ή, -ó, πηχτός, -ή, -ó, συμπαγής, -ής, -ές, γερός, -ή, -ό, ομοιογενές, -ής, -ή,
Este collar está hecho con unas cuerdas muy consistentes que no se rompen fácilmente,
Αυτό το κολιέ είναι φτιαγμένο με πολύ γερά κορδόνια που δεν σπάνε εύκολα
Mezclamos la harina con el agua hasta obtener una masa consistente,
Ανακατεύουμε το αλεύρι με το νερό μέχρι να έχουμε μια πηχτή, ομοιογενή ζύμη
2. συστατούμενος, -η, -ο, συνιστάμενος, -η, -ο, αποτελούμενος, -η, -ο,
una colección narrativa consistente en 24 títulos,
μια συλλογή αφηγηματική συνιστάμενη απο 24 κεφάλαια
3. μτφ, που στέκει γερά, με συνοχή, συνεκτικός, -ή, -ό, razón consistente, αιτία συνεκτική
La declaración del testigo es consistente y la policía no duda de ella,
Η δήλωση του μάρτυρα είναι συνεκτική και η αστυνομία δεν αμφιβάλλει για αυτήν
inconsistencia 1. θ, έλλειψη σύστασης σε υλικό, μη συμπαγής σύσταση,
No me gusta la inconsistencia de las cajas de cartón. Busco algo más duro,
Δεν μου αρέσει η έλλειψη σύστασης των χάρτινων κουτιών. Ψάχνω κάτι πιο σκληρό
2. μτφ, έλλειψη συνοχής, ανυπόστατο, ασυνέπεια,
Noté muchas inconsistencias en su argumento,
Παρατήρησα πολλές ασυνέπειες στο επιχείρημά του
inconsistente 1. ε, μτφ, ανευ συνοχής= ασύστατος, -η, -ο, ανυπόστατος, -η, -ο,
αδύναμος, -η, -ο, Los argumentos del abogado eran bastante inconsistentes,
Τα επιχειρήματα του δικηγόρου ήταν αρκετά αδύναμα
2. με ελαφριά σύσταση, ασταθής, -ής, -ές,
La pasarela de madera que cruza el río parece un poco inconsistente,
Ο ξύλινος διάδρομος που διασχίζει τον ποταμό φαίνεται λίγο ασταθής
consistorio πρχ συν-ιστα-τήριο= μέρος που συν-ίστανται για κάποιο σκοπό
1. α, δημοτικό συμβούλιο
2. δημαρχείο
3. θρη, σύνοδος καρδιναλίων, κονσιστόριο
consistorial 1. ε, θρη, συνοδικός, -ή, -ó, prelado consistorial, παπικό ιερατείο
capa consistorial, μάγκνα κάπα, επισκοπικό φαιλόνιο
desistir πρχ δεν-ίσταμαι σε κάτι= αφ-ίσταμαι, σημαίνει εγκαταλείπω, παραιτούμαι,
περιγράφει την πράξη του να παύουμε να κάνουμε κάτι ή να εγκαταλείπουμε ένα σχέδιο
ή έναν στόχο, αφήνω ένα δικαίωμα μου
1. ρα, no debes desistir nunca de tus sueños,
Δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπεις τα όνειρά σου
la empresa no puede desistir de su esfuerzo por desarrollar nuevos productos,
η εταιρεία δεν μπορεί να εγκαταλείψει την προσπάθεια της να αναπτύξει νέα προϊόντα
desistimiento 1. α, εγκατάλειψη από κάτι, παραίτηση,
Después de varias intentos fallidos, finalmente llegó el desistimiento,
μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες, έφτασε τελικά η παραίτηση
2. νομ, παραίτηση από δικαίωμα ή διαδικασία, διακοπή ή εθελούσια απομάκρυνση από την απόπειρα διάπραξης ποινικού αδικήματος
existir 1. ρα, πρχ εξ-ίσταμαι= κυρ, μτφ, υπάρχω σαν οντότητα, σε χώρο,
pienso, luego existo σκέφτομαι, άρα υπάρχω
¿Crees que hay vida en otros planetas? – No lo sé, pero podría existir,
Νομίζεις ότι υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες; – Δεν ξέρω, αλλά θα μπορούσε να υπάρχει,
No existe una respuesta fácil a este problema,
Δεν υπάρχει μια εύκολη απάντηση σε αυτό το πρόβλημα
existencia πρχ εξ-ίσταση= ύπαρξη
1. θ, ύπαρξη όντος, ζωή, llevó una existencia aventurera, είχε μια ζωή περιπετειώδης
la arqueología ha demostrado la existencia de civilizaciones desconocidas,
η αρχαιολογία έχει αποδείξει την ύπαρξη άγνωστων πολιτισμών
2. φλφ, ύπαρξη, υπόσταση
3. εκφ, complicarse la existencia, συμπλέκω την ύπαρξη= κάνω τα εύκολα δύσκολα
existencias 1. θ πλ, πρχ εξ-ιστάμενα= εμπ, υπάρχοντα σαν αγαθά, αποθέματα, στοκ,
liquidación de existencias, ρευστοποίηση αποθεμάτων
existencial 1. ε, υπαρξιστικός, -ή, -ό, υπαρξιακός, -ή, -ó,
filosofía existencial, υπαρξιστική φιλοσοφία
duda existencial, υπαρξιακή αμφιβολία
existencialismo 1. α, φλφ, υπαρξισμός
existencialista 1. ε, α θ, υπαρξιαστικός, -ή, -ό, υπαρξιστής, -ια
existencialmente 1. επρ, υπαρξιακά
existente 1. ε, υφιστάμενος, -η, -o, υπάρχων, -ουσα, -ον,
los productos existentes en el mercado, τα υπάρχοντα προιόντα στην αγορά
inexistencia 1. θ, ανυπαρξία
inexistente 1. ε, ανύπαρκτος, -η, -o
coexistir 1. ρα, συνυπάρχω, las dos religiones coexistieron en el país en perfecta armonía,
οι δύο θρησκείες συνυπήρχαν στη χώρα σε απόλυτη αρμονία
coexistencia 1. θ, συνύπαρξη
coexistente 1. ε, συνυπάρχων, -ουσα, -ον
preexistir 1. ρα, προϋπάρχω
preexistencia 1. θ, προΰπαρξη
preexistente 1. ε, προϋπάρχων, -ουσα, -ον
insistir πρχ εν-ίσταμαι σε κάτι
1. ρα, επιμένω σε κάτι, no insistas, te he dicho que no, μην επιμένεις, σου είπα όχι
insiste en hablar del tema, επιμένει να μιλήσει για το θέμα
insiste en verte, επιμένει στο να σε δει
insistencia 1. θ, πρχ επί-σταση σε κάτι= επι-μονή,
mirar con insistencia, κοιτάζω με επιμονή, επίμονα
me lo pidió con insistencia, μου το ζήτησε με επιμονή
insistente 1. ε, επίμονος, -η, -ο, συνεχιζόμενος, -η, -o, llamada insistente, κλήση επίμονη
la insistente lluvia obligó a cancelar el partido,
η συνεχιζόμενη βροχή υποχρέωσε σε αναβολή του παιχνιδιού
insistentemente 1. επρ, επίμονα, επιμόνως
persistir πρχ περι-ίσταμαι σε κάτι= επιμένω
1. ρα, Persiste en los mismos errores y parece que no aprende,
Επιμένει στα ίδια λάθη και φαίνεται να μην μαθαίνει
2. επιμένει σε διάρκεια, parece que la sequía persistirá,
φαίνεται πως η ξηρασία θα επιμείνει
persistencia 1. θ, περι-ίσταση σε κάτι= επιμονή
me pidió con persistencia que le prestara ayuda, μου ζήτησε με επιμονή να τον βοηθούσα
2. συνέχεια, διάρκεια, la persistencia de la gravedad de su estado nos preocupa mucho,
Η συνεχιζόμενη σοβαρότητα της κατάστασής του μας ανησυχεί ιδιαίτερα
La persistencia del conflicto lo convirtió en la guerra más larga de la historia,
Η διάρκεια της σύγκρουσης τον μετέτρεψε στον μεγαλύτερο πόλεμο στην ιστορία
persistente 1. ε, περι-ιστάμενος σε κάτι= επίμονος, -η, -o,
Con este detergente ya no tendrá que frotar la ropa para eliminar las manchas persistentes,
Με αυτό το απορρυπαντικό δεν θα χρειάζεται πλέον να τρίβετε τα ρούχα σας για να αφαιρέσετε τους επίμονους λεκέδες
persistentemente 1. επρ, επίμονα
2. επίμονα σε διάρκεια, συνεχιζόμενα
resistir πρχ παρ-ίσταμαι κόντρα σε κάτι, κάποιον, ανθ-ίσταμαι, στέκω απέναντι
1. ρμ, αντέχω για υλικό, βάρος, αντίθετη δύναμη,
las columnas resisten todo el peso del techo οι κολόνες αντέχουτ’ όλο το βάρος της στέγης
este producto no resiste el calor, αυτό το προϊόν δεν αντέχει στη ζέστη
2. για άτομο, αντέχω να κάνω κάτι, resiste mucho corriendo, αντέχει πολύ τρέχοντας
no resisto el calor, δεν αντέχω τη ζέστη
3. ανέχομαι, no resisto que me hables así, δεν ανέχομαι να μου μιλάς έτσι
4. αντιστέκομαι σε πάθη, επιθυμίες, πειρασμούς, resistir una tentación,
αντιστέκομαι σε πειρασμό
5. resistir a, αντιστέκομαι σε, αντέχω σε, resistieron al enemigo, αντιστάθηκαν στον εχθρό
6. ραντ, ρα, αντιστέκομαι σε δύναμη, βία, es inútil que te resistas,
είναι ανώφελο να αντιστέκεσαι
7. οικ, μτφ, κάτι μου αντιστέκεται, είναι δύσκολο, se le resisten las matemáticas δυσκολεύεται με τα μαθηματικά
8. resistirse a, αντιστέκομαι στο να κάνω κάτι, αρνούμαι να, δυσκολεύομαι να,
se resiste a ir al dentista, αρνείται να πάει στον οδοντίατρο
resistencia 1. θ, αντίσταση, el ladrón no mostró resistencia a la policía,
ο κλέφτης δεν έδειξε αντίσταση στην αστυνομία
2. αντοχή, una carrera de resistencia, δρόμος αντοχής
3. ηκλ, αντίσταση
4. φσκ, αντίσταση
5. σνθ, resistencia de materiales, αντοχή υλικών
resistencia física, φυσική αντοχή
6. εκφ, ofrecer, oponer resistencia a algo, alguien προβάλλω αντίσταση σε κάτι, κάποιον
el rival ha opuesto gran resistencia, o αντίπαλος πρόβαλε σθεναρή αντίσταση
la Resistencia, ιστ, η Αντίσταση
resistente 1. ε, ανθεκτικός, -ή, -ó για υλικό, οργανισμό, un material muy resistente,
ένα πολύ ανθεκτικό υλικό
2. με μεγάλη αντοχή στο να κάνει κάτι, un corredor resistente,
ένας δρομέας με μεγάλη αντοχή
3. εκφ, hacerse resistente a, γίνομαι ανθεκτικός σε, αντέχω σε
el virus se ha hecho resistente a los antibióticos, o ιός έχει γίνει ανθεκτικός στα αντιβιοτικά
resistente 1. α θ, αντιστασιακός, -κή σε καθεστώς, εισβολή
2. ιστ, αντιστασιακός, -κή
resistividad 1. θ, ηκλ, γωλ, αντι-στατικότητα= ειδική αντίσταση
irresistible 1. ε, που δεν αντέχεται= ανυπόφορος, -η, -ο, αφόρητος, -η, -ο
Necesito morfina. El dolor es irresistible, Χρειάζομαι μορφίνη. Ο πόνος είναι ανυπόφορος
2. μτφ, χωρίς αντίσταση= ακατανίκητος, -η, -ο, ακαταμάχητος, -η, -ο,
Dorian era un joven de una belleza irresistible,
Ο Ντόριαν ήταν ένας νεαρός ακαταμάχητης ομορφιάς
irresistiblemente 1. επρ, ακατανίκητα, ακαταμάχητα
subsistir πρχ υφ-ίσταμαι
1. ρα, για άτομο, υφίσταμαι, συντηρούμαι, ζω, subsiste gracias a la caridad,
συντηρείται χάρη στην δωρεά
2. μτφ, subsisten dudas respecto a su inocencia,
υφίστανται αμφιβολίες σχετικά με την αθωότητά του
subsistencia 1. θ, αυθυπαρξία, αυτοσυντήρηση ατόμου, ζωής, επιβίωση, διαβίωση
economía de subsistencia, οικονομία αυτοσυντήρησης
medios de subsistencia, μέσα επιβίωσης
subsistencias 1. θ πλ, πρχ υφ-ιστάμενα αγαθά= τρόφιμα,
escasez de subsistencias, έλλειψη τροφίμων
2. μέσα επιβίωσης
subsistente 1. ε, υφιστάμενος = αυτοσυντηρούμενος, -η, -ο, που διαβιώνει, επιβιώνει
2. θρη, αυθύπαρκτος, -η, -ο, En las religiones se suele describir el Misterio con términos abstractos como Ser subsistente, Στις θρησκείες συνήθως περιγράφεται το Μυστήριο με αφηρημένους όρους όπως το αυθύπαρκτο Όν
insubsistente 1. ε, χωρίς να μπορεί να διαβιώσει, μη υφιστάμενος, -η, -ο
2. μη αυθύπρκτος, -η, -ο
3. για επιχείρημα, ανυπόστατος, -η, -o, αβάσιμος, -η, -ο, αστήριχτος, -η, -ο
pretendió convencernos con una insubsistente argumentación,
προσπάθησε να μας πείσει με ένα ανυπόστατο επιχείρημα
transistor 1. α, ραδ, πρχ τρανζίστορ
2. ηκτ, τρανζίστορ, κρυσταλλοτρίοδος, κρυσταλλολυχνία
sustancia πρχ συ-στατικό, υπό-σταση, ουσία
1. θ, κυρ, μτφ, ουσία, la sustancia orgánica, η οργανική ουσία
un discurso sin sustancia, μια ανούσια ομιλία
un hombre sin sustancia, ένας άνθρωπος δίχως υπόσταση
2. συστατικό τροφίμου
3. φλφ, υπόσταση
4. σνθ, sustancia blanca, gris, ανα, λευκή, φαιά ουσία
sinsustancia 1. α θ, οικ, μτφ, ανευ-ουσίας= άτομο ανούσιος, -ια, επιπόλαιος, -η
sustancial 1. ε, της ουσίας, ουσιώδης, -ης, -ες,
características substanciales, ουσιώδη χαρακτηριστικά
2. μτφ, με σημασία, ουσιαστικός, -ή, -ό, cambio sustancial, ουσιαστική αλλαγή
3. μτφ, θεμελιώδης, -ης, -ες, βασικός, -ή, -ó, factor sustancial, θεμελιώδης παράγοντας
sustancialidad 1. θ, φλφ, υπαρκτότητα
sustancialismo 1. α, φλφ, οντολογισμός
sustancialista 1. ε, α θ, φλφ, οντολογιστικός, -ή, -ό, οντολογιστής, -ια
sustancialmente 1. επρ, ουσιαστικά, ουσιαστικώς
sustanciar 1. ρμ, μετουσιώνω μια ιδέα, σχέδιο, κάνω πραγματικότητα,
¿Cuándo vas a sustanciar tu proyecto? Πότε θα μετουσιώσεις το έργο σου;
2. συνοψίζω την ουσία, el trabajo consiste en sustanciar la información de varias obras,
Η εργασία συνίσταται στο να συνοψίσει τις πληροφορίες από διάφορα έργα
3. νομ, εκδικάζω μια υπόθεση στο δικαστήριο
sustanciación 1. θ, μετουσίωση μιας ιδέας, σχεδίου, πραγματοποίηση
2. περίληψη ουσίας, σύνοψη
3. νομ, εκδίκαση
sustancioso, sa πρχ με πολλή ουσία
1. ε, θρεπτικός, -ή, -ό στην ουσία, preparó un guiso muy sustancioso, con verduras y carne,
Ετοίμασε ένα πολύ θρεπτικό στιφάδο, με λαχανικά και κρέας
2. μεγάλος, -η, -ο με σημασία, ουσιαστικός, -ή, -ό, σημαντικός, -ή, -ό,
su informe resultó muy sustancioso, η αναφορά του ήταν πολύ ουσιαστική, σημαντική
2. μεγάλος, -η, -ο σε ποσότητα, ουσιαστικός, -ή, -ό, σημαντικός, -ή, -ό,
Miguel recibió una suma sustanciosa de dinero cuando lo despidieron,
Ο Μιγκέλ έλαβε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό όταν απολύθηκε
insustancial, insubstancial 1. ε, ανυπόστατος, -η, -ο, άυλος, -η, -ο,
2. ανούσιος, -α, -ο απο ενδιαφέρον
insustancialidad, insubstancialidad 1. θ, ανυπαρξία, απουσία υλικής υπόστασης
insustancialmente, insubstancialmente 1. επρ, ανυπόστατα
desustanciar 1. ρμ, πρχ αφαιρώ, καταστρέφω την ουσία από κάτι ή την σημασία σε κάτι,
El periodista desustanció la noticia al omitir detalles importantes,
Ο δημοσιογράφος κατέστρεψε την ουσία της είδησης παραλείποντας σημαντικές λεπτομέρειες
sustantivo 1. α, γρμ, ουσιαστικό, la palabra silla es un sustantivo,
η λέξη καρέκλα είναι ένα ουσιαστικό
sustantivo, va 1. ε, γρμ, ουσιαστικός, -ή, -ó
sustantivar 1. ρμ, γρμ, ουσιαστικοποιώ
sustantivación 1. θ, γρμ, ουσιαστικοποίηση
transubstanciar 1. ρμ, ραντ, θρη, μετουσιώνομαι, για Σώμα και Αίμα Χριστού
transubstanciación 1. θ, μετουσίωση