ASFÓDELO

ASFÓDELO= ΑΣΦΟΔΕΛΟΣ

asfódelo 1. α, βοτ, ασφόδελος

gamón 1. α, πρχ σαν σε γάμους> με άσπρα φύλλα= ασφόδελος

gamonal 1. α, χωράφι με ασφοδέλους

gamonito 1. α, βοτ, παραβλάστημα

Scroll to Top