ASFIXIA= ΠΡΧ ΑΣΦΥΞΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
asfixia 1. θ, ασφυξία, πνιγμός, asfixia por inmersión, ασφυξία λόγω βύθισης
Las piezas pequeñas del juguete pueden provocar la asfixia de los niños pequeños,
Τα μικρά μέρη του παιχνιδιού μπορούν να προκαλέσουν πνιγμό σε μικρά παιδιά
2. ασφυξία, πνίξιμο λόγω ζέστης ή έλλειψη αέρα, este calor me produce asfixia,
αυτή η ζέστη μου προκαλεί ασφυξία
3. ασφυξία ψυχική, δυσφορία, Voy a un psicólogo porque sin motivo lógico siento asfixia cuando salgo a la calle, Πάω σε ψυχολόγο επειδή χωρίς λογική αιτία νιώθω δυσφορία όταν βγαίνω στο δρόμο
4. μτφ, ασφυξία σε μια λειτουργία, La asfixia del pequeño comercio,
η ασφυξία του μικρού εμπορίου
asfixiar 1. ρμ, προκαλώ ασφυξία με πνίξιμο, πνίγω, στραγγαλίζω,
las asfixió con sus manos, τις στραγγάλισε με τα χέρια του
2. πνίγω, προκαλώ δυσφορία, este calor asfixia a cualquiera,
αυτή η ζέστη πνίγει τον καθένα, είναι αποπνικτική για όλους
μτφ, esa mujer me asfixiaba, αυτή η γυναίκα με έπνιγε
Mis padres me asfixian con sus reglas estrictas,
Οι γονείς μου με πνίγουν με τους αυστηρούς κανόνες τους
Los altos impuestos a las exportaciones asfixiarion la industria local,
Οι υψηλοί φόροι στις εξαγωγές προκάλεσαν ασφυξία, έπνιξαν την τοπική βιομηχανία
3. πνίγομαι, se asfixió mientras practicaba el submarinismo,
πνίγηκε από ασφυξία, πέθανε από ασφυξία ενώ έκανε υπόγεια κολύμβηση
4. ασφυκτιώ από ζέστη, ¡aquí me asfixio de calor! ασφυκτιώ με αυτήν εδώ τη ζέστη
asfixiado, da 1. ε, που έχει πάθει ασφυξία, hubo 5 personas asfixiadas,
είχε 5 ανθρώπους που έπαθαν ασφυξία
2. μτφ, υπό ασφυξία οικονομική, στενεμένος, -η, -o, estoy asfixiado por las deudas,
είμαι στενεμένος από τα χρέη
3. α θ, άτομο που ασφυκτιά
asfixiador, ra 1. ε, που προκαλεί ασφυξία= αποπνικτικός, -ή, -ό
asfixiante 1. ε, ασφυξιογόνος, -α, -o, gas asfixiante, αέριο ασφυξιογόνο
2. για ζέστη, ασφυκτικός, -ή, -ό, αποπνικτικός, -ή, -ó, hace un calor asfixiante,
κάνει αποπνικτική ζέστη
3. μτφ, ασφυκτίων, -ούσα, -ον, αποπνικτικός, -ή, -ό, φορτικός, -ή, -ó,
relación asfixiante, σχέση ασφυκτιούσα
asfíctico, ca 1. ε, ασφυκτικός, -ή, -ó
esfigmografía 1. θ, ιατ, σφυγμογραφία
esfigmógrafo 1. α, ιατ, σφυγμογράφος
esfigmograma 1. α, ιατ, σφυγμογράφημα
esfigmomanómetro 1. α, ιατ, σφυγμομανόμετρο
esfigmómetro 1. α, ιατ, σφυγμόμετρο