ARTESA= ΠΡΧ ΑΡΤΟ-ΣΚΑΦΗ> ΣΚΑΦΗ ΓΙΑ ΖΥΜΩΜΑ ΑΡΤΟΥ, ΜΤΦ ΦΑΤΝΩΜΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
artesa 1. θ, σκάφη αρτοποιού, ζυμωταριά, Vierta la harina en la artesa,
Ρίχτε το αλεύρι στη σκάφη
2. εκφ, en artesa, γωλ, αυλάκι
artesón 1. α, σκάφη για τρίψιμο, λεκάνη
2. ατκ, σαν σκάφη το σχήμα= σκαλιστό ταβάνι ή φάτνωμα
artesonado 1. α, οροφή με φατνώματα
artesonado, da 1. ε, ατκ, με φατνώματα, bóveda artesonada,
ταμπλαδωτή οροφή με φατνώματα
artesonar 1. ρμ, ατκ, διακοσμώ με φατνώματα