ARTERIA

ARTERIA= ΠΡΧ ΑΡΤΗΡΙΑ, ΠΡΧ ΑΟΡΤΗ, ΠΡΧ ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

aorta 1. θ, ανα, αορτή

2. σνθ, aorta abdominal, ιατ, κοιλιακή αορτή

aorta torácica, ιατ, θωρακική αορτή

aórtico, ca 1. ε, αορτικός, -ή, -ό

aortitis 1. θ, ιατ, αορτίτιδα

arterial 1. ε, ιατ, αρτηριακός, -ή, -ó, presión arterial αρτηριακή πίεση

arterialización 1. θ, ιατ, οξυγόνωση

arteriectomía 1. θ, ιατ, αρτηριακή εκτομή

arteriografía 1. θ, ιατ, αρτηριογράφημα

arteriola 1. α, ανα, αρτηρίδιο

arteriopatía 1. θ, ιατ, αρτηριοπάθεια

arterioplastia 1. θ, ιατ, αρτηριοπλαστική

arteriesclerosis, arterieesclerosis 1. θ, ιατ, αρτηριο-σκλήρωση

arteriosclerótico, ca, arterioesclerótico, ca 1. ε, ιατ, αρτηριο-σκληρωτικός, -ή, -ό

arterioso, sa 1. ε, αρτηριακός, -ή, -ό

arteriotomía 1. θ, ιατ, αρτηριοτομή

arteriovenoso, sa 1. ε, ανα, αρτηριοφλεβικός, -ή, -ό

arteritis 1. θ, ιατ, αρτηρίτιδα

meteórico, ca 1. ε, μετεωρικός, -ή, -ó, roca meteórica, μετεωρικός βράχος

2. μτφ, μετεωρικός, -ή, -ó, ascenso meteórico, μετεωρική άνοδος

carrera meteórica, μετεωρική καριέρα

3. σνθ, lluvia meteórica, μετεωρική βροχή

meteorismo 1. α, ιατ, μετεωρισμός

meteorito 1. α, μετεωρίτης

meteorizar 1. ρμ, γωλ, αποσαρθρώνω

2. ιατ, μετεωρίζω

meteorización 1. θ, αποσάρθρωση, ατμοσφαιρική αλλοίωση

2. ιατ, μετεωρισμός

meteoro 1. α, μετέωρο

meteorología 1. θ, μετεωρολογία

meteorológico, ca ε, μετεωρολογικός, -ή, -ό

meteorologista α θ, μετεωρολόγος

meteorólogo, ga 1. α θ, μετεωρολόγος

2. παρουσιαστής ,-ια του καιρού

meteoromancia θ, μετεωρομαντεία

Scroll to Top