ARPA

ARPA= ΠΡΧ ΟΡΓΑΝΟ ΑΡΠΑ, ΠΡΧ ΑΡΠΑΓΗ, ΚΑΜΑΚΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

arpa, harpa 1. θ, μσκ, άρπα

2. σνθ, arpa eolia, eólica αιολική άρπα

arpista 1. α θ, μσκ, αρπιστής, αρπίστρια

arpegio 1. α, μσκ, άρπισμα, αρπέζ

arpegiar 1. ρμ, μσκ, παίζω ένα άρπισμα, αρπέζ

arpeo 1. α, ναυ, πρχ αρπάγη= μικρή άγκυρα με πολλές αρπαγές

arpón 1. α, πρχ τ-ρυπον ή αρπάγη ή αρπάω ψάρι= καμάκι ψαρέματος

2. ταυ, μτφ, λόγχη

3. ατκ, αγκυρίδα

arponar 1. ρμ, πρχ ρίχνω να αρπάξω το ψάρι= καμακώνω, τρυπώ, πιάνω με καμάκι

El pescador arponó un tiburón desde su bote,

Ο ψαράς έπιασε με καμάκι έναν καρχαρία από τη βάρκα του

arponear 1. ρμ, καμακώνω

arponeo 1. α, καμάκωμα

arponero, ra 1. α θ, κατασκευαστής, -ια καμακιών

arponero 1. α, πρχ τ-ρυπον-αρης= άτομο που χειρίζεται το καμάκι

arponado, da 1. ε, με σχήμα αρπάγης= αιχμηρός, -ή, -ό

arpado, da, harpado, da 1. ε, σαν να αρπάει= οδοντωτός, -ή, -ó

2. για πτηνό με τραγούδι άρπας, καλλικέλαδος, -η, -ο

Scroll to Top