AROMA= ΠΡΧ ΑΡΩΜΑ, ΜΥΡΩΔΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
aroma 1. α, άρωμα, μυρωδιά από λουλούδι, aromas primaverales, αρώματα ανοιξιάτικα
2. άρωμα κολόνιας
3. μυρωδιά, άρωμα τροφίμου
4. άρωμα οίνου
5. σνθ, aroma artificial, τεχνητό άρωμα, τεχνητή γεύση
aromatoterapia 1. θ, αρωματοθεραπεία
aromaterapia 1. θ, αρωματοθεραπεία
aromo 1. α, βοτ, ακακία
aromar 1. ρα, αρωματίζω
2. καρυκεύω φαγητό
aromático, ca 1. ε, αρωματικός, -ή, -ó, una planta aromática, αρωματικό φυτό
2. χημ, αρωματικός, -ή, -ó
aromatizar 1. ρμ, αρωματίζω
2. καρυκεύω φαγητό, ποτό
aromatización 1. θ, αρωματισμός
2. καρύκευση
aromatizador 1. α, αρωματιστήρι= ψεκαστήρας αρωμάτων
aromatizante 1. α, αρωματική ουσία