ARENQUE

ARENQUE= ΠΡΧ ΑΡΕΝΓΚΕ> ΡΕΓΓΑ

arenque 1. α, ζωλ, ρέγγα

2. σνθ, arenque ahumado, καπνιστή ρέγκα

3. εκφ, estar seco como un arenque, μτφ, είμαι σέκος σαν ρέγγα= είμαι πετσί και κόκαλο

arencar 1. ρμ, ρεγγιάζω= παστώνω σαρδέλες σαν ρέγγες

Scroll to Top