ARENA= ΠΡΧ ΑΡΕΝΑ ΠΑΛΗΣ, ΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑΣ= ΑΜΜΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
arena πρχ αρένα πάλης= άμμος
1. θ, άμμος παραλίας, ερήμου, arena de playa, desierto,
dunas de arena, αμμόλοφοι
2. σκόνη από ορυκτό, μέταλλο, arena de mineral, metal
3. αρένα, παλαίστρα τσίρκου, αμφιθεάτρου ρωμαικού, arena de circo, anfiteatro romano,
4. ταυ, αρένα
5. ιατ, άμμος
6. σνθ, arenas movedizas, κινούμενη άμμος
arena de ampolleta, ψιλή άμμος για κλεψύδρα
arena de miga, αργιλούχος άμμος
7. εκφ, edificar sobre arena, χτίζω πάνω στην άμμο
sembrar en la arena, σπείρω στην άμμο= προσπαθώ μάταια, ανώφελα
arenáceo, a 1. ε, αμμώδης, -ης, -ες
arenal 1. α, αμμώδες έδαφος
2. κινούμενη άμμος
arenar 1. ρμ, καλύπτω με άμμο
2. τρίβω με άμμο
arenero, ra 1. α θ, πωλητής, -ια άμμου
arenero 1. α, ταυ, νεαρός που προσέχει τη διατήρηση της αρένας κατά την ταυρομαχίας
arenilla πρχ αρεν-ούλα
1. θ, ψιλή, λεπτή άμμος
2. λεπτή σκόνη νιτρικού καλίου
3. ιατ, άμμος
4. άμμος για στέγνωμα μελανιού
arenillero 1. α, αμμο-δοχείο για στέγνωμα μελανιού
arenisca 1. θ, ιζηματογενές πέτρωμα
arenisco, ca 1. ε, με μίξη άμμου, αμμόμικτος, -η, -ο, αμμώδης, -ης, -ες,
pasamos por un camino arenisco, περάσαμε από έναν αμμώδη δρόμο
2. ψαμμιτικός, -ή, -ό, vaso arenisco, ποτήρι από ψαμμίτη, πηλό
arenoso, sa 1. ε, αμμώδης, -ης, -ες, playa arenosa, αμμώδης παραλία
enarenar 1. ρμ, επιστρώνω με άμμο
2. ναυ, πρχ εν-αράζω= πέφτω στην άμμο με πλοίο, εξοκέλλω, προσαράζω
enarenamiento 1. α, προσάμμωση
desarenar 1. ρμ, αφαιρώ την άμμο, κάνω αμμοληψία
desarenado 1. α, εξάμμωση, αμμοσυλλογή, αμμοληψία