ARCILLA= ΠΡΧ ΑΡΓΙΛΟΣ, ΠΡΧ ΑΡΓΥΡΟΣ, ΠΡΧ ΑΓΟΡΕΥΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
arcilla 1. θ, άργιλος, πηλός
2. σνθ, arcilla cocida, ψημένος πηλός, τερακότα
arcilla figulina, αγγειοπλαστική άργιλος
arcilla figulina, de alfarería, πηλός αργιλοπλαστικής
arcilla refractaria, πυρίμαχη άργιλος
arcillar 1. ρμ, αγρ, πρχ αργιλώνω= ρίχνω πηλό ή άργιλο στο πυριτικό έδαφος
arcilloso, sa 1. ε, αργιλώδης, -ης, -ες, αργιλικός, -ή, -ó, suelo arcilloso, αργιλώδες έδαφος
argiráspide 1. α, ιστ, εμπ, αργυρασπίς
argirismo 1. α, ιατ, αργυρίαση
argirosa 1. α, ορυ, αργυρίτης
2. ιατ, αργύρωση
argén 1. α, ερλ, λευκό ή αργυρό χρώμα
argentado, da 1. ε, επάργυρος, -η, -ο, επαργυρωμένος, -η, -ο
argentador, ra 1. α θ, επαργυρωτής, -ια
argentar 1. ρμ, επ-αργυρώνω
argénteo, a 1. ε, ασημένιος, -α, -ο, απο άργυρο, el argénteo báculo del Papa,
o ασημένιος σταυρός του Πάπα
2. επάργυρος, -η, -ο, επαργυρωμένος, -η, -ο, ασημόχρωμος, -η, -ο
argentería 1. θ, χρυσο-ποίκιλτο ή αργυρο-ποίκιλτο κέντημα
2. θ, αργυρο-χοΐα
3. αργυρο-χοείο
argentero 1. α, αργυρο-χόος
argéntico, ca 1. ε, χημ, αργυρικός, -ή, -ό, αναφερόμενο στα οξείδια, άλατα του αργύρου
argentífero, ra 1. ε, αργυρο-φόρο= αργυρούχος, -ος, -ο
argentina 1. θ, βοτ, φυτό πεντάφυλλο
Argentina 1. ονο, η Αργεντινή
argentinidad 1. θ, αργεντινικότητα, ορισμένες ιδιότητες Αργεντινών
argentinismo 1. α, αργεντινισμός, ιδιωματισμός Αργεντινών
argentinizar 1. ρμ, αργεντινίζω, προσδίδω αργεντίνικο χαρακτήρα σε κάτι ή κάποιον
argentino, na 1. ε, αργεντινέζικος, -ή, -ó, αργεντίνικος, -η, -ο
2. επάργυρος, -η, -ο, επαργυρωμένος, -η, -ο
3. μτφ, καθαρός, -ή, -ό και δυνατός, -ή, -ό για φωνή, γέλιο, κουδούνι, voz, risa, timbre
4. α θ, Αργεντινός, -νή
argento 1. α, λγτ, άργυρος, ασήμι
2. σνθ, argento vivo, υδράργυρος
desargentar ρμ, τχν, ξε-αργυρώνω= αφαιρώ άργυρο
pigargo 1. α, ορν, αλιάετος
Argos 1. ονο, μυθ, Άργος
argivo, va 1. ε, απο το Άργος, αργιτικός, -ή, -ó
2. α θ, Αργείος, Αργίτης, Αργεία, Αργίτισσα
argólico, ca 1. ε, απο το Άργος, αργολικός, -ή, -ó
2. α θ, Αργολικός, Αργείος, Αργίτης, Αργεία, Αργίτισσα
argos 1. α, ορν, άργος
2. μτφ, πρχ άγρ-υπνος φύλακας, σαν τον μυθικό Άργος ο Πανόπτης
argo 1. α, χημ, αργό
argucia πρχ αργουσια> αγυρτεία, παν-ουργία ή αγόρευση σαν λόγος εξαπάτησης
1. θ, παγίδα, πονηριά, αγυρτεία απο κάποιον για να πετύχει κάτι,
déjate de argucias, que no podrás engañarle,
άσε τις αγυρτείες σου, γιατί δεν θα μπορέσεις να τον εξαπατήσεις
2. σοφιστεία, επιχείρημα ψευδές, Ese político se vale de argucias para lograr sus propósitos, Αυτός ο πολιτικός βασίζεται σε σοφιστείες για να πετύχει τους στόχους του
argüir πρχ εν-αργής = ξεκάθαρος για σκέψη, λόγο ή πρχ αργουιρ> αγορεύω
1. ρμ, εν-αργίζομαι ή αγορεύω υπερ κάτι= ισχυρίζομαι, υποστηρίζω για να ξεκαθαρίσω κάτι,
arguye como excusa que estuvo enfermo, ισχυρίζεται σαν δικαιολογία πως ήταν άρρωστος
2. μτφ, συμπεραίνω, por tu cara arguyo que no estás de acuerdo,
απο το προσωπό σου αγορεύω= συμπεραίνω δεν είσαι σύμφωνος
3. αποδεικνύω, δείχνω, φανερώνω, los hechos arguyen la verdad,
τα γεγονότα αγορεύουν= αποδεικνύουν την αλήθεια
4. ρα, εν-αργίζω με λόγο= επιχειρηματολογώ, arguyo en contra de la propuesta,
επιχειρηματολογώ κόντρα, κατά της πρότασης
reargüir 1. ρμ, πρχ παρ-αγορεύω= αντ-αγορεύω, αντ-απαντώ
redargüir 1. ρμ, πρχ παρ-αγορεύω= αντι-κρούω, καταρρίπτω επιχείρημα
2. νομ, αμφισβητώ, προσβάλλω
argumento πρχ αργουμεντο> αγόρευμα λόγου> αγόρευση
πρχ λόγος εν-αργής για να δείξω κάτι
1. α, επιχειρηματολογία, επιχείρημα, συλλογισμός,
esa teoría no tiene argumentos válidos, αυτή η θεωρία δεν έχει συλλογισμούς έγκυρους
tu argumento me convence, το επιχείρημα σου με πείθει
2. μτφ, σενάριο, el argumento de una película, το σενάριο μιας ταινίας
3. περίληψη, σύνοψη, υπόθεση, για θεατρικά, κινηματογραφικά έργα
el argumento del libro, η υπόθεση του βιβλίου
4. μαθ, όρισμα
5. σνθ, argumento cornuto, δίλημμα, δίκοπο μαχαίρι
argumento flaco, ασταθές επιχείρημα
argumento ortológico, οντολογικό επιχείρημα
argumento terminante, τελικό επιχείρημα
argumentativo, va 1. ε, επιχειρηματολογικός, -ή, -ó
argumentista 1. α θ, σεναριογράφος
2. επιχειρηματολόγος, άτομο που επιχειρηματολογεί
argumentar πρχ αγορεύω> λέω επιχείρημα
1. ρμ, παρουσιάζω, παραθέτω, θέτω, επικαλούμαι, προβάλλω επιχείρημα,
argumentar contra la propuesta, επιχειρηματολογώ κόντρα στην πρόταση
2. δικαιολογώ με επιχείρημα, intentan argumentar esta actitud,
προσπαθούν va δικαιολογήσουν αυτή την στάση
3. διαφωνώ, συζητώ με αντ-επιχειρήματα, αντ-αγορεύω, αντ-επιχειρηματολογώ,
argumentaron durante mucho tiempo sin llegar a un acuerdo,
αντεπιχειρηματολόγησαν για πολύ καιρό χωρίς να φτάσουν σε μια συμφωνία
4. ρα, επιχειρηματολογώ
argumentación πρχ αγόρευμα
1. θ, παρουσίαση, παράθεση επιχειρημάτων,
su argumentación fue perfecta, η παρουσίαση επιχειρημάτων του ήταν τέλεια
2. επιχειρηματολογία, el tribunal rechazó las argumentaciones de la defensa,
το δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία της υπεράσπισης.
argumentador, ra 1. ε, α θ, πρχ αγορευτικός= επιχειρηματολογικός, -ή, -ό,
που επιχειρηματολογεί, άτομο που επιχειρηματολογεί.
argumental 1. ε, λγτ, κνμ, επιχειρηματολογικός, -η, -ό, σεναριακός, -ή, -ό, για πλοκή έργου,
el libro tiene un esquema argumental muy sencillo,
το βιβλίο έχει ενα σχήμα σεναριακό, πλοκής πολύ απλό
el hilo argumental de la película, η επιχειρηματολογικό πλοκή της ταινίας
2. για συλλογισμό, επιχειρηματολογικός, -ή, -ό