ARCHIVO= ΠΡΧ ΑΡΧΕΙΟ, ΑΡΧΗ, ΑΡΧΙ-, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
anarquía 1. θ, κυρ, μτφ, αναρχία, χάος, αταξία, Las elecciones trajeron esta anarquía al país,
Οι εκλογές έφεραν αυτή την αναρχία στη χώρα
2. αναρχισμός
anárquico, ca 1. ε, α θ, κυρ, μτφ, αναρχικός, -ή, -ó, El anárquico se llamaba Juan,
Ο αναρχικός ονομαζόταν Χουάν
los pensadores anárquicos han tenido una gran influencia en algunos países,
οι αναρχικοί στοχαστές είχαν μεγάλη επιρροή σε ορισμένες χώρες
el trazado de la carretera es absolutamente anárquico,
Η χάραξη του δρόμου είναι εντελώς αναρχική
2. απείθαρχος, -η, -ο, son unos anárquicos y sus profesores no dan vida de ellos en clase,
Είναι μερικοί απείθαρχοι και οι δάσκαλοι τους δεν τους δίνουν καμία προσοχή στην τάξη
anarquismo 1. α, αναρχισμός
anarquista 1. ε, α θ, αναρχικός, -ή, -ó, αναρχικός, -ή
anarquizar 1. ρμ, κυρ, μτφ, προκαλώ, φέρνω ή εισάγω αναρχία, χάος, αταξία,
Su falta de disciplina acabó por anarquizar a todo el equipo,
Η έλλειψη πειθαρχίας του κατέληξε να φέρει σε χάος όλη την ομάδα
2. ρα, γίνομαι αναρχικός
3. ραντ, γίνομαι αναρχικός
anarquizante 1. ε, αναρχίζων, -ουσα, -ον
anárquicamente 1. επρ, αναρχικά
anarco 1. ε, α θ, αναρχο-αυτόνομος, -η, -o
anarcosindicalismo 1. α, αναρχοσυνδικαλισμός
anarcosindicalista 1. ε, α θ, αναρχοσυνδικαλιστικός, -ή, -ó,
αναρχοσυνδικαλιστής, αναρχοσυνδικαλίστρια
archicofrade 1. α θ, αρχαιο-φατρικός, -ή = μέλος παλιάς αδελφότητας
archicofradía 1. θ, αρχι-φατριά= παλιά αδελφότητα
arcedianato 1. α, αρχιδιακονία
arcediano 1. α, αρχιδιάκονος
archidiácono 1. α, αρχιδιάκονος
archidiocesano, na 1. ε, αρχιεπισκοπικός, -ή, -ó
archidiócesis 1. θ, αρχιεπισκοπή
archiducado 1. α, αρχι-δουκάτο
archiduque, quesa 1. α θ, αρχιδούκας, -ισσα
archifamoso, sa 1. ε, διασημότατος, -η, -o
archiconocido, da 1. ε πασίγνωστος, -η, -o, es un actor archiconocido,
είναι ένας πασίγνωστος ηθοποιός
archisabido, da 1. ε, πασίγνωστος, -η, -ο
archifonema 1. α, γλγ, αρχιφώνημα
archimandrita 1. α, θρη, αρχιμανδρίτης
archimillonario, ria 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με πολυεκατομμυριούχο, πολυεκατομμυριούχος
archipiélago 1. α, αρχιπέλαγος, el archipiélago canario,
το αρχιπέλαγος των Καναρίων Νήσων
arcipreste 1. α, πρχ αρχι-προ-στέκων= αρχιερέας
arciprestal 1. ε, αρχιερατικός, -ή, -ό
arciprestazgo 1. θ, αρχιερατεία
arzobispo 1. α, αρχιεπίσκοπος
arzobispado 1. α, πρχ αρχι-επι-σκοπάτο= αξίωμα αρχιεπισκοπής
2. έδαφος αρχιεπισκοπής
3. έδρα αρχιεπισκοπής
4. διάρκεια αρχιεπισκοπίας
arzobispal 1. ε, αρχιεπισκοπικός, -ή, -ó
arquiepiscopal 1. ε, αρχιεπισκοπικός, -ή, -ό
arquidiócesis 1. θ, αρχιεπισκοπή
arquegonio 1. α, βοτ, αρχεγόνιο
arqueolítico, ca 1. ε, παλαιολιθικός, -ή, -ó
arqueología 1. θ, αρχαιολογία
arqueológico, ca 1. ε, αρχαιολογικός, -ή, -ó, excavación arqueológica,
αρχαιολογικές ανασκαφές
arquetipo 1. α, αρχέτυπο, πρότυπο, es el arquetipo de la mujer,
είναι το πρότυπο της γυναίκας
arquetípico, ca 1. ε, αρχετυπικός, -ή, -ό
arqueólogo, ga 1. α θ, αρχαιολόγος
arqueópterix 1. α, αρχαιοπτέρυγας
arquíptero 1. α, εντ, αρχι-πτερο= λιβελούλα
arcaísmo 1. α, αρχαϊσμός για λέξη, έκφραση, es un texto repleto de arcaísmos,
είναι ένα κείμενο γεμάτο αρχαϊσμούς
2. αναχρονισμός, αναχρονιστική τάση για διαδικασία, στάση,
la nueva ley es un arcaísmo, ο νέος νόμος είναι ένας αναχρονισμός
arcaico, ca 1. ε, αρχαίος, -α, -ο, αρχαϊκός, -ή, -ό, las civilizaciones arcaicas,
οι αρχαϊκοί πολιτισμοί
2. απαρχαιωμένος, -η, -o
3. γωλ, αρχαϊκός, -ή, -ó, período arcaico, περίοδος αρχαϊκή
4. α, γωλ, αρχαϊκή προκάμβρια εποχή
arcaizar 1. ρα, γλγ, χρησιμοποιώ αρχαϊσμούς, Le gusta arcaizar y usar palabras sofisticadas,
Του αρέσει να χρησιμοποιεί αρχαϊσμούς και να χρησιμοποιεί εκλεπτυσμένες λέξεις
2. ρμ, γλγ, γεμίζω με αρχαϊσμούς, δίνω σε κάτι αρχαϊκό χαρακτήρα
arcaizante 1. ε, αρχαΐζων, -ουσα, -ον
arcontado 1. α, αρχ, αξίωμα του άρχοντα
arconte 1. α, αρχ, άρχοντας των Αθηνών
exarca 1. α, έξαρχος
exarcado 1. α, εξαρχάτο
filarca 1. α, φύλαρχος
nomarca 1. α, ιστ, νομάρχης
nomarquía 1. θ, ιστ, νομαρχία
poliarquía 1. θ, πολυαρχία
sinarquía 1. θ, συναρχία
sinárquico, ca 1. ε, συναρχικός, -ή, -ό
archivo πρχ αρχείο
1. α, αρχείο, ordena sus archivos por años y temas,
οργανώνει τα αρχεία του ανά έτος και θέμα
2. αρχειοφυλακείο, μέρος φύλαξης αρχείων,
3. έπιπλο για αρχεία, σύστημα αρχειοθέτησης, αρχειοθήκη, κτίριο, μέρος αρχειοθέτησης,
Muchos documentos se perdieron cuando se incendió el archivo,
Πολλά έγγραφα χάθηκαν όταν κάηκε η αρχειοθήκη
4. κουτί αρχειοθέτησης
5. πλφ, αρχείο, αρχειο-φάκελος, φάκελος, Este archivo contiene texto e imágenes,
Αυτό το αρχείο περιέχει κείμενο και εικόνες
6. πράξη και αποτέλεσμα του archivar, αρχειοθέτηση εγγράφων ή υπόθεσης,
Entregó la documentación para proceder a su archivo,
Παρέδωσε τα έγγραφα για να προχωρήσει στην αρχειοθέτησή τους
El juez ordenó el archivo del caso, Ο δικαστής διέταξε την αρχειοθέτηση της υπόθεσης
7. σνθ, archivo adjunto, ejecutable, oculto, πλφ, συνημμένο, εκτελέσιμο, κρυφό αρχείο
archivar 1. ρμ, αρχειοθετώ, ταξινομώ, archivar facturas, αρχειοθετώ τιμολόγια
La secretaria envió el documento original y archivó la fotocopia,
Ο γραμματέας έστειλε το πρωτότυπο έγγραφο και αρχειοθέτησε το φωτοαντίγραφο
2. αρχειοθετώ στην μνήμη, καταχωρώ
3. βάζω μια υπόθεση στο αρχείο, archivar un caso por falta de pruebas,
βάζω στο αρχείο μια υπόθεση λόγω έλλειψης αποδείξεων
4. μτφ, αφήνω κατά μέρος κάτι, βάζω στην άκρη, αποσύρω,
Archivamos el proyecto porque ya no es una prioridad,
Αποσύραμε το έργο επειδή πλέον δεν αποτελεί προτεραιότητα,
el cerebro, para quitarse los problemas de la cabeza, tiende a archivarlos y no volver a ellos hasta otra ocasión, ο εγκέφαλος, για να απαλλαγεί από τα προβλήματα, τείνει να τα αφήνει κατά μέρος και να μην επιστρέψει σε αυτά μέχρι κάποια άλλη περίσταση
5. πλφ, αρχειοθετώ, αποθηκεύω σε αρχείο, Han archivado el documento de word,
Αρχειοθέτησαν το έγγραφο του Word
archivador, ra 1. α θ, αρχειοθέτης, -ια, El archivador te ayudará a buscar el libro y folio donde está tu registro civil de nacimiento, Ο αρχειοθέτης θα σε βοηθήσει να βρεις το βιβλίο και τη σελίδα όπου βρίσκεται το πιστοποιητικό γέννησής σου
archivador 1. α, ντοσιέ αρχειοθέτης, φάκελος, La profesora nos pidió traer archivadores de varios colores para organizar los documentos del colegio, Η δασκάλα μας ζήτησε να φέρουμε ντοσιέ διαφόρων χρωμάτων για να οργανώσουμε τα σχολικά έγγραφα
2. έπιπλο αρχειοθήκη, σύστημα αρχειοθέτησης, ντουλάπα κρεμαστών φακέλων,
Necesito ayuda para mover el archivador metálico a mi nueva oficina,
Χρειάζομαι βοήθεια για τη μεταφορά της μεταλλικής αρχειοθήκης στο νέο μου γραφείο
archivero, ra 1. α θ, αρχειοθέτης, -ια, υπάλληλος αρχειοθέτησης,
El hospital está buscando un archivero,
Το νοσοκομείο αναζητά έναν υπάλληλο αρχειοθέτησης
2. αρχειοφύλακας
archivista 1. α θ, archivero, ra
archivística 1. θ, αρχειοθεσία
archivístico, ca 1. ε, αρχειοθετικός, -ή, -ó, la técnica archivística,
η αρχειοθετική τεχνική ή τεχνική αρχειοθέτησης