APLAUSO= ΗΧΜ ΑΠΛΑΟΥΣΟ> ΠΛΑΤΣ, ΠΑΛΑΜΑΚΙΑ, ΠΡΧ ΝΑ ΠΑΛΑΜΙΣΩ, ΠΡΧ ΕΞ-ΑΠΛΩΣΗ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
aplauso πρχ απλαουσο> παλαμισω> παλαμάκια, ηχμ πλατς από χειροκρότημα
1. α, χειροκρότημα, παλαμάκια, recibió los aplausos del tribunal,
έλαβε τα χειροκροτήματα της κερκίδας
recibió una salva de aplausos, δέχτηκε ομοβροντία χειροκροτημάτων
2. ήχος από παλαμάκια, χειροκροτήματα, podía escuchar los aplausos desde el exterior,
μπορούσα να ακούω τα χειροκροτήματα απ’ έξω
3. μτφ, αναγνώριση, έπαινος, επικρότηση, επιδοκιμασία για κάτι,
tu decisión merece nuestro aplauso, η απόφαση σου αξίζει τον έπαινο μας,
la obra recibió el aplauso de la crítica, το έργο δέχτηκε τον έπαινο από την κριτική
4. σνθ, aplauso cerrado, ομοβροντία χειροκροτημάτων
5. εκφ, ser algo digno de aplauso κάτι είναι αξιέπαινο
aplaudir πρχ απλαουδιρ> παλαμη-διδω> χειροκροτώ
1. ρμ, χειροκροτώ, el público ha aplaudido a los actores y actrices,
Το κοινό χειροκρότησε τους ηθοποιούς και τις ηθοποιούς
2. μτφ, επικροτώ, εγκρίνω, επιδοκιμάζω, aplaudo tu decisión, επικροτώ την απόφαση σου
la oposición No ha aplaudido los cambios puestos en marcha por el gobierno,
η αντιπολίτευση δεν έχει επικροτήσει τις εφαρμοσμένες αλλαγές από την κυβέρνηση
3. ρα, χειροκροτώ, nadie aplaudió, δεν χειροκρότησε κανείς
aplaudidor, ra 1. α θ, χειροκροτητής
plausible 1. ε, άξιο να παλαμιστεί> χειροκροτήματος= επαινετός, -ή, -ό, αξιέπαινος, -η, -ο,
επιδοκιμαζόμενος, -η, -ο, una acción heroica como ésa es muy plausible,
Μια τέτοια ηρωική πράξη είναι πολύ επαινετή
2. πρχ πλασαριστό ως λογικό ή παλαμιστό> που μπορεί να ψηλαφηθεί με την λογική=
ευλογοφανής, -ής, -ές, εύλογος, -η, -ο, πιστευτός, -ή, -ό,
Necesitas tener una excusa plausible para retirarte del concurso,
Πρέπει να έχεις μια εύλογη δικαιολογία για να αποσυρθείς από τον διαγωνισμό
plausibilidad 1. θ, ιδιότητα του plausible
2. ευλογοφάνεια
plausiblemente 1. επρ, ευλογοφανώς
explosión πρχ εξ-πλοσιον> εξ-άπλωση υλικού, εκ-παλαμιση> σαν άνοιγμα παλάμης,
ηχμ εξ-πλατς> μεγάλο πλατς έκρηξης
1. θ, έκρηξη, ανατίναξη, La explosión mató a tres soldados e hirió a otros nueve,
Η έκρηξη σκότωσε τρεις στρατιώτες και τραυμάτισε άλλους εννέα,
desde mi casa se oyó la explosión, η έκρηξη ακούστηκε από το σπίτι μου,
2. ήχος έκρηξης, El hombre escuchó una terrible explosión cuando caminaba por la playa,
Ο άνδρας άκουσε μια τρομερή έκρηξη καθώς περπατούσε στην παραλία
3. μτφ, ξέσπασμα, Las explosiones constantes de risa de una mesa cercana nos hicieron imposible disfrutar de la cena, Τα συνεχή ξεσπάσματα γέλιου από ένα κοντινό τραπέζι μας κατέστησαν αδύνατο να απολαύσουμε το δείπνο,
y le pegó un puñetazo en una explosión de cólera,
και του κόλλησε μια μπουνιά, μπουκέτο σε μια έκρηξη οργής
el gol provocó una explosión de júbilo, το γκολ προκάλεσε ξέσπασμα χαράς
4. μτφ, άνθιση, έκρηξη, ανάπτυξη απότομη σε κάτι, la explosión del cine independiente,
η άνθιση του ανεξάρτητου κινηματογράφου.
La ciudad creció gracias a la explosión demográfica reciente,
Η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην πρόσφατη πληθυσμιακή έκρηξη
5. φων, έκρηξη σε προφορά ήχου
6. σνθ, motor de explosión, κινητήρας ανάφλεξης
explosión volcánica, ηφαιστειακή έκρηξη
explosión atómica, ατομική έκρηξη
explosión controlada, ελεγχόμενη έκρηξη
explosión de gas, έκρηξη αερίου
explosión de grisú, έκρηξη αερίου σε ορυχείο
explosión nuclear, πυρηνική έκρηξη
explosión demográfica, δημογραφική έκρηξη
explosión urbanística, οικιστική έκρηξη
7. εκφ, la Gran Explosión, η Μεγάλη Έκρηξη (το Μπιγκ Μπάνγκ)
explosionar πρχ προκαλώ εξ-άπλωση υλικού> έκρηξη
1. ρμ, ανατινάζω, Los terroristas explosionaron la estación principal del metro,
Οι τρομοκράτες ανατίναξαν τον κεντρικό σταθμό του μετρό
2. ρα, εκρήγνυμαι, una bomba explosionó en el centro comercial,
μια βόμβα εξερράγη στο εμπορικό κέντρο
3. σκάω, la rueda explosionó debido a su mal estado,
Ο τροχός έσκασε λόγω της κακής του κατάστασης
explosivo, va 1. ε, εκρηκτικός, -ή, -ó, la pólvora es una sustancia explosiva,
η πυρίτιδα είναι εκρηκτική ουσία,
carga explosiva, φορτίο εκρηκτικών
material explosivo, εκρηκτικό υλικό
2. μτφ, εκρηκτικός, -ή, -ó, Sus reacciones explosivas lo llevaron al psicólogo,
Οι εκρηκτικές του αντιδράσεις τον οδήγησαν σε ψυχολόγο,
noticia explosiva, είδηση-βόμβα
3. μτφ, εμπρηστικός, -ή, -ό, hizo unas explosivas declaraciones a la prensa,
έκανε εμπρηστικές δηλώσεις στον Τύπο
4. οικ, εκθαμβωτικός, -ή, -ό, εκρηκτικός, -ή, -ó, rubia explosiva, μια εκρηκτική ξανθιά
5. φων, έκκροτος, -η, -ο
explosivo 1. α, εκρηκτικό, Los mineros usaron explosivos durante la excavación,
Οι ανθρακωρύχοι χρησιμοποίησαν εκρηκτικά κατά την εκσκαφή,
la policía encontró varios kilos de explosivos, η αστυνομία βρήκε πολλά κιλά εκρηκτικών
un explosivo de gran potencia, εκρηκτικό μεγάλης ισχύος
2. σνθ, explosivo detonante, εκρηκτική ύλη μέσων εναύσεως
explosivo plástico, πλαστικό εκρηκτικό
explosor 1. α, τχν, σπινθηριστής, εκρηκτήρας, μηχανή πυροδότησης
explotar 1. ρμ, προκαλώ έκρηξη, los terroristas explotaron el artefacto en plena hora punta οι τρομοκράτες προκάλεσαν την έκρηξη του μηχανισμού σε ώρα αιχμής
2. ρα, εκρήγνυμαι, Varias bombas han explotado en el día de ayer en varios puntos del país, αρκετές βόμβες εξερράγησαν κατά την χθεσινή ημέρα σε διάφορα σημεία της χώρας
3. σκάω, el globo le explotó en la cara, το μπαλόνι της έσκασε στο πρόσωπο
ή μτφ, si no te lo digo, exploto, αν δεν σου το πω, σκάω, θα σκάσω
4. μτφ, ξεσπώ, εκρήγνυμαι, Explotó cuando se enteró de que le habían negado la beca,
Εξερράγη όταν ανακάλυψε ότι του είχαν αρνηθεί την υποτροφία,
explotó de emoción al conocer la noticia, ξέσπασε από συγκίνηση όταν έμαθε το νέο
implosión 1. θ, ενδόρρηξη
implosiva 1. θ, εισπνοϊκό
implosivo, va 1. ε, εισπνοϊκός, -ή, -ó