AMARRA= ΠΡΧ ΠΑΛ-ΑΜΑΡΙ, ΜΤΘ Α-ΜΑ-ΡΑ> ΡΑ-ΜΑ, ΡΑ-ΜΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
amarra πρχ παλ-αμάρι> σχοινί για πλοίο, μτθ, α-μα-ρα> ρά-μμα ή ρά-μα οικοδομής> σχοινί
1. θ, παλαμάρι, καραβόσκοινο, κάβος, Antes de zarpar, hay que soltar las amarras del barco,
Πριν σαλπάρετε, πρέπει να λύσετε τους κάβους του πλοίου
2. υποστέρνιο για άλογο, amarra para caballo
3. εκφ, largar, soltar amarras, κυρ, λύνω τους κάβους
ή μτφ, κόβω τους δεσμούς, ρίχνω μαύρη πέτρα
tener buenas amarras, μτφ, έχει καλή προστασία κάποιος
amarradero 1. α, πρχ παλ-αμαρι-τήριο= στύλος για δέσιμο πλοίου
2. αγκυροβόλιο, μόλος
3. κρίκος προσδέσεως
amarradura 1. θ, δέσιμο παλαμαριού= ελλιμενισμός, άραγμα πλοίου
amarraje 1. α, φόρος για δέσιμο του παλαμαριού= φόρος ελλιμενισμού
amarrar 1. ρμ, δένω παλαμάρι= δένω, προσδένω πλοίο, ελλιμενίζω, αράζω,
amarrar el buque en el puerto, δένω το πλοίο στο λιμάνι
2. πρχ παλ-αμαριάζω κάτι, κάποιον= δένω σφιχτά, le amarraron a un tronco,
τον έδεσαν σε ένα κορμό,
amarra bien el paquete, δέσε σφιχτά το πακέτο
3. μτφ, δένω κάτι, διασφαλίζω, amarró la venta, έδεσε την πώληση
4. ραντ, μτφ, κρατιέμαι από κάπου, γαντζώνομαι, se amarró con fuerza para no caerse, κρατήθηκε με δύναμη για να μην πέσει
5. οικ, μτφ, δεσμεύομαι με γάμο= κρεμιέμαι, βάζω στεφάνι
amarre 1. α, ελλιμενισμός, άραγμα
2. πράξη και αποτέλεσμα του amarrar, amarrarse
desamarrar 1. ρμ, ραντ, ξε-παλαμαρίζω= λύνω τους κάβους,
el yate se desamarró a causa del viento, το γιοτ ξελύθηκε εξαιτίας του ανέμου
2. ξελύνω κάτι, desamarró las persianas cuando salía el sol,
ξέλυσε τις περσίδες όταν έβγαινε ο ήλιος
3. ναυ, αφήνω δεμένο πλοίο μόνο με ένα κάβο ή σε μια άγκυρα
gamarra 1. θ, ιππ, προστερνίδιο
2. σνθ, media gamarra, ψεύτικο ζωνάρι στο πίσω μέρος ρούχου
demarraje 1. α, πρχ δεν> ξε-παλαμάριασμα= ντεμαράζ, επιτάχυνση
demarrar 1. ρα, αθλ, αποσπώμαι από το πελοτόν, επιταχύνω, κάνω ντεμαράζ,
Cuando faltaban 500 metros para la meta, Contador demarró y ganó la etapa,
Με 500 μέτρα να απομένουν για το τέρμα, ο Κονταδόρ έκανε ντεμαράζ και κέρδισε το εταπ
Merlín 1. ονο, Μέρλιν
2. εκφ, Merlín el encantador, el mago Merlín, o μάγος Μέρλιν
merlín 1. α, ναυ, τρίκλωνο σχοινί