AMARGO

AMARGO, AMARILLO= ΠΡΧ ΜΑΡΓ-ΑΡΙΤΑ, ΑΜΑΡΑΝΘΟΣ, ΜΑΡΑΣΜΟΣ > ΚΙΤΡΙΝΟ, ΠΙΚΡΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

amargo 1. α, πίκρα, πικρίλα στην γεύση, no me gusta el amargo,

δεν μου αρέσει η πικρή γεύση

2. γλυκό από αμύγδαλα

amargor 1. α, πίκρα, πικρία στην γεύση ή ψυχικά, el amargor de la medicina,

η πικρία του φαρμάκου

amargo, ga 1. ε, πικρός, -ή, -ó για γεύση, amargo al gusto, πικρό στην γεύση

2. μτφ, πικρός, -ή, -ó, οδυνηρός, -ή, -ó, fueron los momentos más amargos de mi vida,

υπήρξαν οι πιο πικρές στιγμές της ζωής μου

3. πικραμένος, -η, -ο

4. για άτομο, μτφ, που προκαλεί πίκρα ψυχικά, οδυνηρός, -ή, -ó, πικρός, -ή, -ό,

δύστροπος, -η, -o, στριμμένος, -η, -ο, tiene un carácter muy amargo,

έχει ενα χαρακτήρα πολύ δύστροπο

amargoso, sa 1. ε, πικρός, -ή, -ό

2. μτφ, οδυνηρός, -ή, -ó

amargar 1. ρα, έχω πικρή γεύση, πικρίζω, este limón amarga mucho,

αυτό το λεμόνι πικρίζει πολύ, είναι πικρό

2. ρμ, για τρόφιμο που δίνει πικρή γεύση, ese vino ha amargado el asado,

αυτό το κρασί έχει πικρίσει το ψητό

3. μτφ, προκαλώ πίκρα ψυχική= χαλάω, καταστρέφω,

amargó a toda la familia. nos ha amargado la fiesta, μας έχει χαλάσει το πάρτι

4. ρμ, ραντ, πικραίνω, στενοχωρώ, amargó a toda la familia, πίκρανε όλη την οικογένεια του

su divorcio lo ha amargado, το διαζύγιό του τον έχει πικράνει

5. ραντ, γίνομαι πικρός, πικρίζω, las naranjas se han amargado, τα πορτοκάλια πίκρισαν

6. μτφ, χαλιέμαι, no te amargues la vida por eso,

μη χαλιέσαι, χαλάς τη διάθεσή σου γι’ αυτό

amargura 1. θ, πικρία, πίκρα ψυχική απο κάτι, lloraba con amargura, έκλαιγε πικρά

la amargura de su corazón, η πικρία της καρδιάς του

su última amargura fue el fracaso del proyecto,

η τελευταία του πίκρα ήταν η αποτυχία του πρότζεκτ

amargado 1. α θ, άτομο γεμάτο πίκρα, πικραμένος, -η, δύστροπος, -η, στριμμένος, -η,

es un amargado, είναι στριμμένος άνθρωπος

2. ε, πικραμένος, -η, -ο, desde que le dejó su novia está muy amargado,

απο τότε που τον άφησε η κοπέλα του είνα πολύ πικραμένος

3. πικρόχολος, -η, -o, δύστροπος, -η, -o

4. εκφ, tener amargado a alguien, έχω πικράνει ψυχικά κάποιον, εξαντλήσει,

el ruido de la calle me tiene amargada,

o θόρυβος από τον δρόμο με έχει εξαντλήσει

amargamente 1. επρ, πικρά

amarillo 1. α, κίτρινο χρώμα, amarillo claro, ανοιχτό κίτρινο,

pintó la pared de amarillo, έβαψε τον τοίχο κίτρινο.

2. σνθ, amarillo limón, κίτρινο λεμονί

3. εκφ, el Amarillo, o Κίτρινος ποταμός

amarilla 1. θ, χρυσό νόμισμα

2. κτν, ίκτερος των προβάτων

amarillo, lia 1. ε, για χρώμα, φυλή, κίτρινος, -η, -o, una camisa amarilla,

ένα κίτρινο πουκάμισο

2. μτφ, un periódico amarillo, κίτρινο, σκανδαλοθηρικό περιοδικό

3. για πυρετό, fiebre, κίτρινος, -η, -o

4. εκφ, amarillo como la cera, κίτρινος σαν το κερί

ponerse amarillo, γίνομαι κίτρινος, κιτρινίζω, χλομιάζω

amarillear 1. ρα, κιτρινίζω, los papeles viejos amarillean,

τα παλαιά χαρτιά κιτρινίζουν

2. για άτομο, χλομιάζω, amarilleó al saber la noticia, χλόμιασε όταν έμαθε το νέο

amarillecer 1. ρα, κιτρινίζω, las hojas de estos árboles están empezando a amarillear,

τα φύλλα απο αυτά τα δέντρα έχουν αρχίσει να κιτρινίζουν

amarillento, ta 1.ε, κιτρινωπός, -ή, -ó, la camisa era blanca y ahora está amarillenta,

η μπλούζα ήταν λευκή και τώρα είναι κιτρινωπή

amarillento 1. α, κιτρίνισμα, κιτρινίλα

amarillez 1. θ, κιτρινίλα, ωχρότητα

amarillísimo 1. α, μτφ, οικ, υτμ, κιτρινισμός στον τύπο

2. σε εργασιακές σχέσεις, κίτρινος συνδικαλισμός

amarillista 1. ε, οικ, υτμ, για τύπο, σκανδαλοθηρικός, -ή, -ó,

un periódico amarillista, μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα

2. για συνδικάτο, συνδικαλισμό, κίτρινος, -η, -o

enmarillecerse 1. ραντ, κιτρινίζω

amarilidácea 1. θ, αμαρυλλιδοειδές

amarilis 1. θ, αμαρυλλίδα

marrasquino 1. α, λικέρ μαρασκίνο

Scroll to Top