ALMOHADA= ΜΤΘ, ΑΛ-ΜΟ-ΑΔΑ> ΜΑ-ΛΛΑ-ΔΑ> ΜΑΞΙΛΑΡΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΓΕΜΙΖΑΝ ΜΕ ΜΑΛΛΙ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
almohada
1. θ, μαξιλάρι
2. μαξιλαρο-θήκη
3. ατκ, ύβος, κύφωμα πέτρας
4. εκφ, consultar con la almohada, μτφ, συμβουλευτώ με το μαξιλάρι= σκέφτομαι πιο καλά, ξανασκέφτομαι κάτι καλύτερα το βράδυ στον ύπνο, αναβάλω μια απόφαση,
te lo digo mañana, lo consultaré con la almohada,
σου το λέω αύριο, θα το σκεφτώ καλά το βράδυ
almohadazo 1. α, μαξιλαρο-πόλεμος
2. χτύπημα με μαξιλάρι
almohadillado 1. α, παραγέμισμα με μαλλί, βαμβάκι ή άλλο υλικό μαλακό
2. ατκ, ύβος, κύφωμα
3. σνθ, almohadillado achaflanado, ατκ, ύβος, κύφωμα ελεύθερα περιστρεφόμενο almohadillado rústico, ύβος, κύφωμα ρουστίκ
almohadillado, da 1. ε, σαν μαξιλάρι, γεμισμένος, -η, -ο, παραγεμισμένος, -η, -o,
asiento almohadillado, κάθισμα γεμισμένο
2. για δάκτυλα, dedos, σαρκωμένος, -η, -o
3. ατκ, στολισμένος, -η, -o με ύβος, κύφωμα
almohadillar 1. ρμ, γεμίζω σαν μαξιλάρι με μαλλί, βαμβάκι, παραγεμίζω
2. ατκ, στολίζω με ύβος, κύφωμα
almohadón 1. α, μαξιλάρι, almohadones de pluma, πουπουλένια μαξιλάρια
2. ατκ, μαξιλαράκι τόξου, almohadón de arco
almohadado, da 1. ε, ατκ, στολισμένος, -η, -ο με ύβος, κύφωμα
almohadilla 1. θ, μαξιλαράκι καθίσματος, las almohadillas de los teatros al aire libre,
τα μαξιλαράκια των ανοιχτών θεάτρων
2. μαξιλαράκια προστασίας, las almohadillas de los auriculares,
τα μαξιλαράκια των ακουστικών
3. σακουλάκι με άρωμα για συρτάρι, πουγκί, almohadilla perfumada, αρωματικά πουγκιά
4. μαξιλαράκι σαμαριού αλόγου
5. βελονο-θήκη
6. ανα, μαξιλαράκι πατούσας ζώου
7. ατκ, ύβος, κύφωμα πέτρας
8. ατκ, επίθημα, προσκέφαλο κιονόκρανου, almohadilla de capitel