ALMOGÁVAR

ALMOGÁVAR

almogávar 1. α, καταλανός μισθοφόρος στρατιώτης

almogavarear 1. ρα, κάνω επιδρομή

almogavaría, almogavería 1. θ, ομάδα ληστών, πλιατσικολόγων

Scroll to Top