ALFOMBRA

ALFOMBRA= ΠΡΧ ΑΛ-ΦΟΜΠΡΑ> Χ-ΑΛΙ-ΦΟΡΜΟ> ΧΑΛΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

alfombra 1. θ, χαλί, alfombra persa, περσικό χαλί

la alfombra del salón, το χαλί του σαλονιού

2. μτφ, σύνολο, στρώμα από κάτι σαν κάλυψη σε πάτωμα,

adornaron las calles con una alfombra de flores,

στόλισαν τους δρόμους με ένα στρώμα από λουλούδια

3. σνθ, alfombra mágica, voladora, μαγικό, ιπτάμενο χαλί

alfombrar 1. ρμ, πρχ χαλι-φορμώνω= ταπητοστρώνω, βάζω χαλί

Alfombramos el suelo para que en invierno no estuviera tan frío,

Στρώσαμε μοκέτα στο πάτωμα για να μην ήταν τόσο κρύο τον χειμώνα

2. μτφ, στρώνω, καλύπτω πάτωμα, δρόμο με σύνολο από κάτι

alfombrero, ra 1. α θ, χαλι-φορμ-αρης= κατασκευαστής, -ια χαλιών

2. πωλητής, -ια χαλιών

alfombrilla 1. θ, χαλάκι πόρτας

2. ταπέτο αμαξιού

3. χαλάκι μπάνιου

4. πλφ, επιφάνεια ολίσθησης ποντικιού

5. ιατ, ερυθρά

alfombrista 1. α θ, κατασκευαστής, -ια χαλιών

2. πωλητής, ια χαλιών

alfombrado 1. α, χαλί, el alfombrado de la escalera, το χαλί της σκάλας

alfombrado, da 1. ε, με χαλί, ταπητοστρωμένος, -η, -o, salón alfombrado,

ταπητοστρωμένο σαλόνι

2. μτφ, για δρόμο, πάτωμα, στρωμένος, -η, -o, las calles estaban alfombradas con flores,

οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με λουλούδια

arambel 1. α, πρχ π-αρα-βολα τοίχου= κουρτίνα, arambeles de seda,

μεταξωτές κουρτίνες

2. μτφ, πρχ κ-ουρ(μβ)ελ= κουρέλι

alamar 1. α, πρχ θ-ήλωμα= θηληκωτό κούμπωμα

2. πρχ, μτφ, κ-αλαμαρ-ια= κρόσια

3. φούντα σε στολή ταυρομάχου

Scroll to Top