ALFILER

ALFILER= ΠΡΧ ΑΛΦΙΛΕΡ> Κ-ΑΡΦΙΛΕΡ> ΚΑΡΦΙΤΣΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

alfiler 1. α, καρφίτσα για πιάσιμο, στολίδι, sus hijos le regalaron un alfiler de plata,

τα παιδιά της της έκαναν δώρο μια καρφίτσα από χρυσάφι,

sujetar con un alfiler, πιάνω, στερεώνω με μια καρφίτσα

2. σνθ, alfiler de corbata, καρφίτσα γραβάτας

alfiler de gancho, alfiler de nodriza, de criandera, παραμάνα, καρφίτσα ασφαλείας

alfiler de sombrero, καρφίτσα καπέλου

3. εκφ, cogido, prendido con alfileres, μτφ, πιασμένο με καρφίτσες= επισφαλής,

su argumentación está prendida con alfileres, η επιχειρηματολογία του είναι επισφαλής

no caber ni un alfiler, μτφ, για άτομα, δεν πέφτει καρφίτσα

ή για πράγματα, είμαι τίγκα

alfilerazo 1. α, τσίμπημα καρφίτσας, a alfilerazos explotaron los globos,

με τσιμπήματα καρφίτσας σκάσανε τα μπαλόνια

2. πόνος από τσίμπημα, σουβλιά, sintió un alfilerazo en la mano,

ένιωσε μια σουβλιά στο χέρι

3. μτφ, καρφίτσωμα με λόγια> καρφιά, λεκτική επίθεση, αιχμηρά λόγια,

siempre le lanza alfilerazos, πάντα του ρίχνει καρφιά, αιχμηρά λόγια

4. εκφ, soltar, lanzar alfilerazos a alguien, πετάω σπόντες, καρφιά σε κάποιον

siempre le lanza alfilerazos, πάντα του πετάει καρφιά

alfilerillo 1. α, μτφ, σαν καρφιτσούλα= χόρτο, σανός για ζώα βοσκής

2. μτφ, είδος κάκτου

alfiletero 1. α, καρφιτσ-ιερα= καρφιτσο-θήκη

2. βελονο-θήκη

Scroll to Top