AIRE= ΑΕΡΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
aire 1. α, αέρας, corriente de aire, ρεύμα αέρα,
el aire se compone principalmente de oxígeno y nitrógeno,
ο αέρας συντίθεται κυρίως απο οξυγόνο και νιτρογόνο
2. άνεμος, hoy hace mucho aire, σήμερα έχει πολύ αέρα
ατμόσφαιρα αέρα, volar por el aire, πετάω στον αέρα
3. μτφ, ίδιος αέρας= ομοιότητα, Carlos y su hermano tienen un aire,
ο Κάρλος και ο αδερφός του έχουν ίδιο αέρα= ομοιότητα
4. μτφ, ύφος, tiene un aire sereno, έχει ένα ύφος ειρηνικό
5. μτφ, χάρη, esta modelo camina con mucho aire, αυτή η μοντέλα περπατά με μεγάλη χάρη
6. μτφ, ρυθμός, es una canción con un aire lento, είναι ενα τραγούδι με αργό ρυθμό
7. μτφ, μουσική, μελωδία, un aire bailable, χορευτική μουσική
8. μτφ, περπατησιά αλόγου
9. μτφ, τρόπος που κάνω κάτι, αέρας μου, me gusta trabajar a mi aire,
μου αρέσει να δουλεύω με τον τρόπο μου
10. σνθ, aire acondicionado, κλιματισμός
aire a presión, αέρας υπό πίεση
aire colado, ρεύμα αέρα
aire comprimido, συμπιεσμένος, πεπιεσμένος αέρας
aire flamenco, κομμάτι φλαμένκο
aire libre, ύπαιθρος
aire líquido, υγρός αέρας
aire polar, πολικός αέρας
aire viciado, μολυσμένος αέρας
11. εκφ, al aire, στον αέρα, dispararon al aire, πυροβόλησαν στον αέρα
μτφ, το έχω έξω, con la espalda al aire, με την πλάτη έξω
al aire libre, στον αέρα ελεύθερο= στην ύπαιθρο, στην εξοχή,
la vida al aire libre, η ζωή στην εξοχή
a mi, tu, su, aire με το πάσο, τρόπο μου, σου, του, της, visto a mi aire,
ντύνομαι με το τρόπο μου
azotar el aire, μτφ, πρχ μαστίζω τον αέρα= κάνω μια τρύπα στο νερό
cogerlas, matarlas en el aire, πιάνω πουλιά στον αέρα
coger, tomar aire, παίρνω ανάσα, εισπνέω
dar aire, κάνω αέρα, ¡dame aire! κάνε μου αέρα!
de buen, mal, aire με καλό, άσχημο τρόπο
dejar, quedar en el aire, αφήνω μετέωρο κάτι
echar, exponer al aire, αποκαλύπτω
estar en el aire, γις πράγμα, κυρ, μτφ, βρίσκομαι μετέωρος, στον αέρα
hablar al aire, μιλά στον αέρα, λέω λόγια του αέρα
hacer aire, κάνω αέρα
levantar castillos en el aire, χτίζω παλάτια στην άμμο
tomar el aire, παίρνω αέρα, salgo a tomar un rato el aire, βγαίνω για λίγο να πάρω αέρα vivir, mantenerse, sustentarse del aire, μτφ, ζω με αέρα, ζώ με αέρα κοπανιστό
aire 1. επφ, μτφ, έγινες αέρας= έφυγες!, εξαφανίσου!, ¡aire! no quiero saber nada más de ti, εξαφανίσου! δε θέλω να ξέρω τίποτα πια για σένα
aires 1. α πλ, αέρες υπερηφάνειας= ύφος, nos miró con aires de superioridad,
μας κοίταξε με υπεροπτικό ύφος
2. μτφ, αέριδες καινούριοι, καταστάσεις νέες, αέρα νέο,
la moda parisina ha introducido nuevos aires en las pasarelas españolas,
η παρισινή μόδα έχει εισάγει νέο αέρα στις ισπανικές πασαρέλες
3. εκφ, gastar aires de, ξοδεύω αέριδες του= παριστάνω, το παίζω σαν
mudar, cambiar de aires, αλλάζω παραστάσεις
¿qué aires le traen por aquí! ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ;
saltar, volar por los aires, πηδώ, πετώ στον αέρα
tener aires, έχω αέρια, el bebé tiene aires, το μωρό έχει αέρια
tener, darse aires de algo, έχω, μου δίνω αέρα κάποιου= το παίζω
airear 1. ρμ, αερίζω ρούχα, δωμάτιο, πράγμα, airear las alfombras, να αερίσουμε τα χαλιά
2. μτφ, βγάζω στον αέρα είδηση, κάνω γνωστό, δημοσιοποιώ,
no debes airear la noticia, δεν πρέπει να διαδίδεις την είδηση
3. ραντ, παίρνω αέρα, ha salido para airearse, βγήκε να πάρει αέρα
4. για μέρος, αερίζομαι, abre la ventana para que se airee la casa,
άνοιξε το παράθυρο για να αεριστεί το σπίτι
aireo 1. α, αερισμός ρούχων, πραγμάτων
2. εξαερισμός σπιτιού
3. αέρισμα, παίρνω αέρα έξω
orear 1. ρμ, πρχ αερίζω, me gusta orear mi habitación,
μου αρέσει να αερίζω το δωμάτιο μου
2. ραντ, πρχ αερίζομαι, φρεσκάρομαι, βγαίνω να πάρω αέρα,
después de tanto trabajar necesito orearme,
μετά απο τόση δουλειά χρειάζομαι να πάρω αέρα
oreo 1. α, πρχ αερ-ισμός, el oreo del calzado, o αερισμός των υποδημάτων
2. αεράκι, el oreo de verano, το αεράκι του καλοκαιριού
orate 1. α θ, μτφ, πρχ αεριστός στο μυαλό= τρελός, -λή, παλαβός, -βή
aireación 1. θ, αερισμός, εξαερισμός σπιτιού, δωματίου
aireado, da 1. ε, εκτεθειμένο στον αέρα, αερισμένος, -η, -ο, εξαερισμένος, -η, -ο
habitación aireada, δωμάτιο αερισμένο
aireamiento 1. α, μτφ, αέρισμα είδησης= αποκάλυψη, δημοσιοποίηση
aireamiento del informe, δημοσιοποίηση της αναφοράς
2. αερισμός σπιτιού, πράγματος
airosidad 1. θ, μτφ, αερότητα σε κίνηση= χάρη, κομψότητα,
baila con aerosidad, χορεύει με χάρη
airoso, sa 1. ε, που έχει αέρα χάρης= χαριτωμένος, -η, -o, una postura airosa,
χαριτωμένοι τρόποι
2. με πολύ αέρα= ανεμοδαρμένος, -η, -o, ανεμόδαρτος, -η, -o,
una tarde airosa, ενα απόγευμα ανεμοδαρμένο,
vivía en una casa airosa, έμενε σε ένα σπίτι ανεμοδαρμένο
3. εκφ, salir airoso de algo, μτφ, βγαίνω αεράτος απο κάτι= ξεπερνώ με επιτυχία,
βγαίνω θριαμβευτής, salió airoso del examen, πέρασε την εξέταση με επιτυχία
airosamente 1. επρ, αεράτα= χαριτωμένα, κομψά, esa chica anda airosamente,
αυτό το κορίτσι περπατάει με χάρη
2. για δοκιμασία, περνάω επιτυχώς, θριαμβευτικά, αεράτα, εύκολα,
pasó airosamente el examen, πέρασε αεράτα το διαγώνισμα
airón 1. α, ορν, σταχτοτσικνιάς
2. λοφίο
3. φούντα
airbag 1. α, αερό-σακος
2. σνθ, airbag frontal, μπροστινός αερόσακος
airbag lateral, πλαϊνός αερόσακος
aeración 1. θ, αέριση, αερισμός, εξαερισμός
aéreo, a 1. ε, αεροπορικός, -ή, -ó
aerícola 1. ε, βιο, πρχ αερο-βια= ζώα που ζουν και μετακινούνται στον αέρα
aerífero, ra 1. ε, αεροφόρος, -ος, -ο
aerificar 1. ρμ, για υγρό, αεροποιώ
aerificación 1. θ, για υγρό, αεριοποίηση
aerobic, aeróbic 1. α αεροβι(α)κή , αερόμπικ
aeróbico, ca 1. ε, αεροβικός, -ή, -o.
aerobio, bia 1. ε, βιο, αερόβιος, -α, -o
aerobiosis 1. θ, αεροβίωση
aerostación 1. θ, πτήση με αερόστατο
aerostática 1. θ, φσκ, αεροστατική
aerostático, ca 1. ε, αεροστατικός, -ή, -ó
aeróstato, aeróstato 1. α, αερόστατο
aerotaxi 1. α, αεροταξί
aerotecnia 1. θ, αεροτεχνική
aerotécnico, ca 1. ε, α θ, αεροτεχνικός, -ή, -ó , αεροτεχνική
aeroterapia 1. θ, αεροθεραπεία
aerotermodinámica 1. θ, φσκ αερο-θερμοδυναμική
aeroterrestre 1. ε, πρχ στρ αερο-στεριανός= σχετικός, ή, ό με, αέρα και έδαφος
aerotransportar 1. ρμ μεταφέρω δια του αέρος
aerotransportado, da 1. ε, αερομεταφερόμενος, -η, -ο
aerotrén 1. α, αεροτρένο
aerovía 1. θ, αερο-διάδρομος
aerobús 1. α, αερολεωφορείο
aeroclub 1. α, αερολέσχη
aerocondensador 1. α, φσκ, αερό(ψυκτος)- συμ-πυκνωτής
aerodeslizador 1. α, χόβερκραφτ , πρχ αερο-λισθαίνον όχημα
aerodeslizante 1. ε, vehículo aerodeslizante, αερο-λισθαίνον όχημα
aerodinámica 1. θ, φσκ, αερο-δυναμική
aerodinámico, ca 1. ε, αεροδυναμικός, -ή, -ó
freno aerodinámico, αεροδυναμικοί πέδη , αερόφρενο
aerodinamismo 1. α αερο-δυναμική= αεροδυναμικές ιδιότητες
aerodistorsión 1. θ, αερο-δια-στροφή= παραμόρφωση του πτερυγώματος και της ατράκτου του αεροσκάφους λόγω των υψηλών ταχυτήτων
aeródromo 1. α, μικρό αεροδρόμιο
aeroelasticidad 1. θ, αεροελαστικότητα
aeroelectrónica 1. θ, αεροηλεκτρονική
aeroembolismo 1. α, ιατ, αεροεμβολισμός, νόσος αποσυμπίεσης
aeroespacial, aerospacial 1. ε, αεροδιαστημικός, -ή, -ό
aerofagia 1. θ, ιατ, αεροφαγία
aerofaro 1. α, αεροφάρος
aerofiltro 1. α, φίλτρο αέρα
aerofobia 1. θ, αεροφοβία
aerofotografía 1. θ, αεροφωτογραφία
aerofotogrametría 1. θ, γεω αερο-φωτο-γραμμετρία
aerofreno 1. α, αερόφρενο
aerogenerador 1. α, ηκλ, αερο-γεννήτρια, ανεμο-γεννήτρια
aerografía 1. θ, αερογραφία
aerógrafo 1. α, αερογράφος
aerograma 1. α, αερόγραμμα
aerolínea 1. θ, αεροπορική εταιρεία
aerolito 1. α, αερόλιθος
aerología 1. θ, αεριολογία
aeromarítimo, ma 1. ε, αερο-ναυτικός, -ή, -ό
aerómetro 1. α, φσκ, αερόμετρο
aeromodelismo 1. α, αερομοντελισμός
aeromodelista 1. ε, α θ, αερομοντελιστικός, ή, ο, αερομοντελιστής, ια
aeromodelo 1. α αερομοντέλο
aeromotor 1. α αερο-κινητήρας
aeromóvil 1. α αερο-σκάφος
aeromoza 1. θ, πρχ αερο-μούτσος= αεροσυνοδός
aeronauta 1. α θ, αεροναύτης
aeronáutica 1. θ, αεροναυτική, αεροναυπηγική
aeronáutico, ca 1. ε, αεροναυτικός, -ή, -ó
aeronaval 1. ε, αεροναυτικός, -ή, -ó
aeronave 1. α, αερο-σκάφος
aeronavegación 1. θ, αερο-ναυσι-πλοΐα, αερο-ναυτιλία
aeroplano 1. α, αεροπλάνο
aeroportuario, ria 1. ε, αερο-λιμενικός, -ή, -ό
Aeropostal 1. ε, αερο-ταχυδρομικός, -ή, -ό
aeropuerto 1. α, αερο-λιμένας, αεροδρόμιο
2. σνθ, aeropuerto de base, αερολιμένας κύριος(βασικός) εταιρίας
aeropuerto internacional, διεθνής αερολιμένας, αεροδρόμιο
aeropuerto militar, στρατιωτικό αεροδρόμιο
aeropuerto nacional, εθνικός αερολιμένας, αεροδρόμιο.
aeroscopio 1. α, φσκ, αεροσκόπιο
aerosol 1. α, αεροζόλ, αερόλυμα
anaerobio 1. α, αναερόβιο
anaerobiosis 1. θ, αναεροβίωση
arieta 1. θ, μσκ, αριέττα
aria 1. θ, μσκ, άρια
bonaerense 1. ε, α θ, του Μπουένος Άιρες, κάτοικος του Μπουένος Άιρες
desairar πρχ, μτφ, δυσ-αερίζω κάποιον> δεν σέβομαι τον αέρα> προσωπικότητα κάποιου
1. ρμ, περιφρονώ, προσβάλλω κάποιον (τον αέρα του), υποτιμώ,
Me sentí muy mal cuando me desairó en la fiesta,
Ένιωσα πολύ άσχημα όταν με περιφρόνησε στο πάρτι
desairó a su marido delante de sus padres,
πρόσβαλλε τον σύζυγο της μπροστά στους γονείς του
2. απορρίπτω τον αέρα= πρόταση, δώρο απο κάποιον, αρνούμαι,
Tuve que desairar la invitación a la fiesta porque tenía mucho trabajo,
Αναγκάστηκα να αρνηθώ την πρόσκληση στο πάρτι γιατί είχα πολύ δουλειά
desaire 1. α, περιφρόνηση, προσβολή,
Me hizo un desaire al no saludarme cuando me vio,
Με πρόσβαλλε όταν με είδε και δεν με χαιρέτησε
No es correcto tratar a las personas con desaire,
Δεν είναι σωστό να συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους με αγένεια
2. μτφ, αγαρμποσύνη, ατσαλοσύνη, αδεξιότητα
3. εκφ, hacerle un desaire a alguien, προσβάλλω κάποιον
Sufrir un desaire υπο-φέρω= υφίσταμαι μια προσβολή
desairado, da 1. ε, για άτομο, απορριφθείς, -είσα, -έν, περιφρονημένος, -η, -o
pretendiente desairado, απορριφθείς μνηστήρας
2. για κατάσταση, περίσταση, χωρίς αέρα καλό, ενοχλητικός, -ή, -ó,
situación desairada, ενοχλητική κατάσταση
3. χωρίς αέρα= χάρη, άγαρμπος, -η, -ο, άχαρος, -η, -ο, αδέξιος, -α, -ο, άτσαλος, -η, -ο
desairadamente πρχ δυσ-αερικώς= με αέρα αρνητικό
1. επρ, αέρας= τρόπος ατόμου= ανάγωγα, χωρίς διακριτικότητα
2. χωρίς αέρα= χάρη στις κινήσεις, άγαρμπα, άτσαλα, αδέξια