AHORRO= ΠΡΧ ΠΟΡΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΣ> ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
ahorro πρχ α-ορο> πόρος οικονομικός που κρατώ
1. α, αποταμίευση χρημάτων, el ahorro de dinero es importante,
η αποταμίευση χρημάτων είναι σημαντική
2. μτφ, εξοικονόμηση σε κάτι, ahorro de energía, εξοικονόμηση ενέργειας,
El ahorro de energía ayuda a reducir tu huella de carbono,
Η εξοικονόμηση ενέργειας βοηθά στη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα
ahorros 1. α πλ, πόροι χρημάτων= οικονομίες No quiero gastarme mis ahorros,
Δεν θέλω να ξοδέψω τις οικονομίες μου
2. σνθ, ahorros de chicha y nabo, πρχ πόροι τσίχλας= ασήμαντη αποταμίευση
ahorrar πρχ κρατάω πόρους για κάτι
1. ρμ, ρα, αποταμιεύω χρήματα, εξοικονομώ, He ahorrado casi doscientos dólares este mes por dejar de tomar taxi al trabajo, Έχω εξοικονομήσει σχεδόν διακόσια δολάρια αυτόν τον μήνα επειδή δεν πήρα ταξί για τη δουλειά
Si quieres comprarlo tendrás que ahorrar,
Αν θέλεις να το αγοράσεις, θα πρέπει να κάνεις οικονομία
2. μτφ, εξοικονομώ, ahorraremos tiempo, θα εξοικονομήσουμε χρόνο
3. μτφ, κράτα κάτι, ahorra saliva, no quiero escucharte,
κράτα το σάλιο σου, δεν θέλω να σε ακούσω
4. μτφ, οικονομώ κάποιον από κάτι ενοχλητικό, γλιτώνω, απαλλάσσω, βγάζω από κόπο,
te puedes ahorrar el viaje, μπορείς να γλιτώσεις το ταξίδι
esto me ahorra hacerlo, αυτό με βγάζει από τον κόπο
5. εκφ, no ahorrarse, no ahorrárselas con nadie, δεν οικονομώ= δε φοβάμαι κανέναν
ahorrado, da 1. ε, εξοικονομημένος, -η, -ο, αποταμιευμένος, -η, -ο,
dinero, tiempo ahorrado, χρήμα, χρόνος εξοικονομημένος
2. εκφ, tener algo ahorrado, έχω κάποιες οικονομίες, tengo un poco de dinero ahorrado,
έχω λίγα λεφτά στην άκρη
ahorrador, ra 1. ε, εξοικονομητικός, -η, -ο, αποταμιευτικός, -ή, -ό,
persona ahorradora, άτομο αποταμιευτικό
2. α θ, οικονόμος, αποταμιευτής
ahorrativo, va 1. ε, οικονόμος με χρήμα, εξοικονομητικός, -η, -ο, αποταμιευτικός, -ή, -ό,
su padre es muy ahorrativo, o πατέρας του είναι πολύ αποταμιευτικός
2. για πράξη, αποταμιευτικός, -ή, -ó, εξοικονομητικός, -η, -ο,
esfuerzo ahorrativo, προσπάθεια αποταμιευτική
medidas ahorrativas, μέτρα εξοικονομητικά