ADÁN= ΠΡΧ ΑΔΑΜ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Adán 1. ονο, Αδάμ, manzana, nuez de Adán, το μήλο του Αδάμ
2. μτφ, άτομο ατημέλητο, βρώμικο, ρακένδυτο, Ese hombre es un adán,
Αυτός ο άντρας είναι ατημέλητος, ρακένδυτος
3. εκφ, ir en el traje de Adán, οικ, με, είμαι με, εν αδαμιαία περιβολή,
Iba en el jardín en traje de Adán, Ήταν στον κήπο με αδαμιαία περιβολή,
ir hecho un Adán, πάω σαν τον Αδάμ = είμαι ατημέλητος, παραμελώ τον εαυτό μου,
είμαι σε άθλια κατάσταση (εμφανισιακά), είμαι αχτένιστος και απεριποίητος
adán 1. α, μτφ, ατημέλητος άνδρας
adánico, ca, adámico, ca 1. ε, αδαμικός, -ή, -ό, αδαμιαίος, -α, -ο, σχετικός με Αδάμ,
la descendencia adánica, η αδαμιαία καταγωγή
adamismo 1. α, αδαμισμός
adanismo 1. α, αδαμισμός
adamita 1. α, αδαμιστής, -ια
preadamismo 1. α, θρη, φλφ, προ-αδαμισμός
preadamita 1. ε, α θ, προ-αδαμικός, -ή, -ό, προαδαμιστής, -ια
preadamítico, ca 1. ε, α θ, προαδαμιτικός, -ή, -ó, προαδαμιαίος, -α