AFASIA= ΠΡΧ ΑΦΑΣΙΑ> ΑΠΩΛΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ, ΑΠΟ ΤΟ Α-ΦΑΤΟΣ, ΠΡΧ ΡΗΜΑ ΦΗΜΙ= ΛΕΓΩ,
ΠΡΧ ΦΗΜΗ, Η ΡΙΖΑ ΦΑ- ΔΗΛΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ,
ΠΡΧ ΜΠΛΑ-ΜΠΛΑ> ΜΙΛΑΩ, ΠΡΧ ΤΣΟΛΙΑΣ, ΤΣΙΛΙΚΟΣ, ΠΡΧ ΤΣΟΥΛΑ, ΠΡΧ ΜΠΑΝΤΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
afasia 1. θ, ιατ, αφασία
afásico, ca 1. ε, α θ, ιατ, αφασικός, -ή, -ó
disfasia 1. θ, ιατ, δυσφασία
fama 1. θ, φήμη, υπόληψη, el escándalo empañó su fama,
το σκάνδαλο λέρωσε την υπόληψη, φήμη του
2. φήμη που ακούγεται, es fama que mató a su amante,
είναι φήμη, λέγεται πως σκότωσε την ερωμένη του
3. εκφ, conquistar, alcanzar la fama, κατακτώ τη δόξα, γίνομαι διάσημος
cría fama y échate a dormir, πρμ, καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα
unos crían la fama y otros cardan la lana, πρμ, άλλος έχει το όνομα κι άλλος τη χάρη
dar fama, δίνω φήμη, κάνω διάσημο
de fama, με φήμη, φημισμένος ονομαστός, ξακουστός, διάσημος,
es un artista de mucha fama, είναι ένας καλλιτέχνης με πολλή φήμη, φημισμένος
de mala fama, με κακή φήμη, κακό-φημος
lanzar a alguien a la fama, λανσάρω= κάνω κάποιον διάσημο
ser fama que, λγτ, είναι πασίγνωστο ότι
tener fama de algo, έχω τη φήμη ότι είμαι κάτι
famoso, sa 1. ε, φημισμένος, -η, -ο, ονομαστός, -ή, -ó, διάσημος, -η, -o,
es uno de los restaurantes más famosos del mundo,
είναι ένα από τα πιο φημισμένα εστιατόρια του κόσμου
un escritor famoso, ένας διάσημος συγγραφέας
2. οικ, μτφ, ξακουστός, -ή, -ό, περίφημος, -η, -ο, περιβόητος, -η, -o,
asi que éste es el famoso amigo del que tanto hablas,
ώστε αυτός είναι o περίφημος φίλος σου για τον οποίο δεν σταματάς να μας μιλάς
3. α θ, με πολλή φήμη στον κόσμο= διασημότητα, Reunión de famosos,
Συγκέντρωση διασημοτήτων
eufemismo 1. α, ευφημισμός
eufemístico, ca 1. ε, ευφημιστικός, -ή, -ó
eufemísticamente 1. επρ, ευφημιστικά, ευφημιστικώς
afamar 1. ρμ, δίνω φήμη, κάνω κάποιον διάσημο,
esa película le afamó, αυτή η ταινία τον έκανε διάσημο
Ese best seller afamó nuestro pequeño pueblo en todo el país,
Αυτό το μπεστ σέλερ έκανε διάσημη το μικρό μας χωριό σε όλη τη χώρα
2. ραντ, γίνομαι διάσημος, se afamó tras protagonizar esa película,
έγινε διάσημος αφ’ ότου πρωταγωνίστησε σε αυτή την ταινία
afamado, da 1. ε, διάσημος, -η, -o, afamado empresario, διάσημος επιχειρηματίας,
afamada actriz, διάσημη ηθοποιός
2. φημισμένος, -η, -o, vino afamado, οίνος φημισμένος
difamar 1. ρμ, δυσ-φημώ, δυσ-φημίζω, συκοφαντώ, el periódico ha difamado al político,
το περιοδικό έχει δυσφημήσει τον πολιτικό
difamación 1. θ, δυσφήμιση, συκοφαντία, proceso por difamación,
δίκη για συκοφαντική δυσφήμιση,
se querelló contra la revista por difamación,
έκανε αγωγή κατά του περιοδικού για συκοφαντική δυσφήμιση
difamador, ra 1. ε, α θ, δυσφημιστικός, -ή, -ό, δυσφημιστής, -ια,
συκοφαντικός, -ή, -ό, συκοφάντης, -ια
difamatorio, ria 1. ε, δυσφημιστικός, -ή, -ό, συκοφαντικός, -ή, -ó,
artículo difamatorio, άρθρο συκοφαντικό,
campaña difamatoria, δυσφημιστική εκστρατεία
infamar 1. ρμ, πρχ άνευ> αφ-αιρώ φήμη, υπόληψη σε κάποιον= δυσφημώ, συκοφαντώ,
con esas calumnias estás infamando a mi hermana,
με αυτές τις συκοφαντίες δυσφημείς την αδερφή μου
2. ραντ, χάνω την καλή φήμη μου, υπόληψη, ατιμάζομαι, δυσφημίζομαι
infamación 1. θ, δυσφήμιση, συκοφαντία
infamador, ra 1. ε, δυσφημιστικός, -ή, -ό συκοφαντικός, -ή, -ό
2. α θ, δυσφημιστής, -ια, συκοφάντης, -ισσα
infamante 1. ε, ατιμωτικός, -ή, -ο, αμαυρωτικός, -ή, -ό, acción, comportamiento infamante,
πράξη, συμπεριφορά ατιμωτική
infamatorio, ria 1. ε, δυσφημιστικός, -ή, -ό συκοφαντικός, -ή, -ό
infamia 1. θ, πρχ πράξη που αφαιρεί την καλή φήμη, υπόληψη εναντίον κάποιου=
ατιμία, όνειδος, αμαύρωση ονόματος, ανηθικότητα, απαξίωση,
estaba enojado por las infamias y acusaciones de que fue objeto,
ήταν ενοχλημένος λόγω των ατιμιών και κατηγοριών που υπήρξε αντικείμενο
2. ατίμωση, όνειδος που βρίσκεται κάποιος, απαξίωση,
sin esperarlo cayó en infamia, χωρίς να το περιμένει έπεσε σε ατίμωση
infame 1. ε, α θ, για άτομο, πράξη άνευ καλής φήμης, υπόληψης, αξίας, ηθικής, ανυπόληπτος, -η, -ο,
ανήθικος, -η, -ο, αισχρός, -ή, -ό, άτιμος, -η, -ο, ξεφτίλας,
lo que hizo es infame, αυτό που έκανε είναι αισχρό,
Un partido que está lleno de políticos infames,
Ένα κόμμα που είναι γεμάτο από ανήθικους πολιτικούς
2. μτφ, για κακής ποιότητας έργα ή αποτελέσματα, κάκιστος, -η, -ο, πολύ κακός, -ή, -ό, άθλιος, -α, -ο,
ese día hizo un tiempo infame,
αυτή την ημέρα έκανε ένα καιρό κάκιστο,
Esa película es un auténtico bodrio infame,
Αυτή η ταινία είναι ένα άθλιο έκτρωμα
3. ειδεχθής, -ής, -ές, επονείδιστος, -η, -ο, De poco sirvió denunciar tan infames torturas ante el tribunal competente,
Σε λίγο ωφέλησε η καταγγελία τέτοιων ειδεχθών βασανιστηρίων ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου
infamemente 1. επρ, ανήθικα, αισχρά, επονείδιστα, ατιμωτικά
infancia πρχ α-φασία> άνευ ομιλίας, λόγου= παιδική ηλικία
1. θ, παιδική ηλικία, tuvo una infancia difícil, είχε μια δύσκολη παιδική ηλικία
2. σύνολο παιδιών παιδικής ηλικίας, las campañas de protección de la infancia,
οι εκστρατείες προστασίας των παιδιών
3. εκφ, en la primera infancia, σε μικρή ηλικία
volver a la infancia, γυρίζω στην παιδική ηλικία, παλιμπαιδίζω
infantil 1. ε, παιδικός, -ή, -ó, el lenguaje infantil, η παιδική γλώσσα
cuentos infantiles, παιδικά διηγήματα,
la obesidad infantil, η παιδική παχυσαρκία
tiene una cara infantil, έχει ένα πρόσωπο παιδικό
2. για παιδιά, un hospital infantil, νοσοκομείο παίδων
3. που αρμόζει σε παιδί, παιδιάστικος, -η, -o, παιδαριώδης, -ης, -ες,
una actitud infantil, μια παιδιάστικη στάση
4. μτφ, αθώος, -α, -ο, άκακος, -η, -ο, άδολος, -η, -ο, απονήρευτος, -η, -ο,
broma infantil, αστείο αθώο
5. αθλ, παιδικός, -ή, -ό
infantiles 1. α πλ, αθλ, ομάδα παίδων
infantilismo 1. α, διατήρηση φυσικών, ψυχικών χαρακτηριστικών σε ενήλικες, παιδομορφισμός, παιδισμός, infantilismo emocional, παιδισμός συναισθηματικός
infantilizar 1. ρμ, δίνω παιδικό χαρακτήρα, ύφος σε κάτι, παιδο-μορφίζω, -ποιώ,
las madres infantilizan su forma de hablar al dirigirse a los niños,
οι μητέρες παιδοποιούν τον τρόπο ομιλίας τους όταν απευθύνονται στα παιδιά
2. ραντ, παλιμπαιδίζω
infantilización 1. θ, απόδοση παιδικού ύφους, χαρακτήρα σε κάτι, παιδοποίηση,
παιδομόρφιση, la infantilización de la voz, η παιδοποίηση της φωνής
2. παλιμπαιδισμός
infantilidad 1. θ, ιδιότητα του infantil
2. παιδικότητα χαρακτηριστικών
3. παιδιαρίσματα, παιδαριώτητα, παιδιαστικότητα
4. μτφ, αθωότητα, ακακία, αδολία
infanticidio 1. α, παιδο-κτονία
infanticida 1. ε, α θ, παιδοκτονικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ó με την παιδοκτονία, παιδοκτόνος
infantiloide 1. ε, παιδιαστικο-ειδής> παιδιαστικός, -ή, -ό, παιδαριώδης, -η, -ες,
παλιμπαιδιστικός, -ή, -ό, tiene una actitud infantiloide, έχει μια στάση παιδαριώδης
infanta 1. θ, κόρη βασιλιά, ινφάντα
2. σύζυγος ινφάντη
infantado 1. α, κληροδότημα, φέουδο ινφάντη
infanzón, ona 1. α θ, ευγενής με περιορισμένη δικαιοδοσία
infanzonazgo 1. α, επικράτεια του infanzón
infante 1. α, αγόρι
2. γιός βασιλιά, ινφάντης
3. πρχ φαντά-ρος= πεζικάριος
infantería πρχ εκεί που είναι τα φαντάρια
1. θ, στρ, πεζικό
2. σνθ, infantería ligera, ελαφρύ πεζικό
infantería motorizada, μηχανοκίνητο πεζικό
infantería de marina, φαντάρια της μαρίνας= πεζοναύτες
infando, da 1. ε, λογ, πρχ ά-φατος> που δεν πρέπει να λέγεται= ανάξιος, -α, -ο αναφοράς,
dejar aparte estos infandos asuntos, αφήνω εκτός αυτές τις ανάξιες υποθέσεις
2. που προκαλεί φρίκη, αποτρόπαιος, -α, -o, απεχθής, -ής, -ές
nefando, da 1. ε, πρχ ά-φατος λόγω ωμότητας, ανηθικότητας, σκληρότητας,
απεχθής, -ής, -ές, αποτρόπαιος, -η, -ο, ειδεχθής, -ής, -ές,
cometió los más nefandos crímenes, διέπραξε τα πιο ειδεχθή εγκλήματα
fantoche 1. α, πρχ που προ-φητεύει> μιλά μέσω άλλου= παιχνίδι μαριονέτα,
un espectáculo de fantoches, ένα θέαμα με μαριονέτες
2. υτμ, άτομο ανδρείκελο, μαριονέτα, καραγκιόζης, γελοίος
3. οικ, μτφ, πρχ φαντοτσε> φαντασίας= καυχησιάρης, -ρα
fantochada 1. θ, οικ, μτφ, λόγια ή πράξη καυχησιάρη, αστείου, αστεϊσμός, μπαρούφα, γελοιότητα, παλαβομάρα, καραγκιοζιλίκι
fandango 1. α, χορός, σύνθεση φαντάνγκο
2. οικ, μτφ, πρχ φ-αντανγο> π-άταγος= πολλή ομιλία, βαβούρα, φασαρία, σαματάς
fandanguero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με το φαντάνγκο
2. οικ μτφ, γλεντζέδικος, -η, -ο
3. α θ, χορευτής, χορεύτρια του φαντάνγκο
4. οικ, μτφ, γλεντζές, γλεντζού, πάρτυ άνιμαλ
fandanguillo 1. α, παραδοσιακός χορός και τραγούδι
blasfemia 1. θ, θρη, βλασφημία
2. μτφ, βρισιά, βρομόλογο
blasfemar 1. ρα, θρη, βλασφημώ, βλαστημώ
2. μτφ, καταριέμαι, blasfema de los jueces, καταριέται τους δικαστές
blasfemo, ma 1. ε, για πράξη, έργο, βλάσφημος, -η, -o, βλάστημος, -η, -o
2. για άτομο, βλάσφημος, -η, -ο, βλάστημος, -η, -o
blasfemador, ra 1. ε, α θ, βλάσφημος, -η, -ο, βλάστημος, -η, -ο
2. υβριστικός, -ή, -ό, υβριστής, υβρίστρια
blasfematorio, ria 1. ε, βλάσφημος, -η, -ο, βλάστημος, -η, -ο, υβριστικός, -ή, -ό
profecía 1. θ, προφητεία
profecías 1. θ πλ, προφητείες
profeta, isa 1. α θ, προφήτης, προφήτισσα
2. εκφ, nadie es profeta en su tierra, ουδείς προφήτης στον τόπο του
profético, ca 1. ε, προφητικός, -ή, -ó
profetismo 1. α, θρη, προφητισμός
profetizar 1. ρμ, προφητεύω γεγονότα, μέλλον
2. μτφ, κάνω πρόγνωση σύμφωνα με ενδείξεις, προλέγω
profetizador, ra 1. ε, προφητικός, -ή, -ó
2. α θ, προφήτης, προφήτισσα
profesar πρχ προ-φησίν> προ-ομιλώ για κάτι, επ-αγγέλομαι για κάτι ή υπερ-μιλώ για
1. ρμ, εκπ, διδάσκω σε πανεπιστήμιο, profesa químicas en la universidad,
διδάσκει χημεία στο πανεπιστήμιο
2. ασκώ επάγγελμα, επαγγέλλομαι, hace años que profesa como informático,
έχει χρόνια που επαγγέλλεται σαν πληροφορικός
3. υπερ-ομιλώ για κάποιον, αφιερώνω, προορίζω λόγια καλά σε κάποιον, δηλώνω λεκτικά,
profesa gran admiración a su profesor, αφιερώνει μεγάλο θαυμασμό εις τον καθηγητή του
4. θρη, ασπάζομαι, ακολουθώ, πρεσβεύω, ομολογώ πίστη σε, σαν να προ-αγγέλω πίστη,
profesa una religión oriental, ασπάζεται μια ανατολική θρησκεία
5. ασπάζομαι, ακολουθώ, είμαι υπέρ σε μια ιδεολογία, afirma profesar el anarquismo,
επιβεβαιώνει πως είναι υπέρ του αναρχισμού
profesión 1. θ, επάγγελμα, es mecánico de profesión, είναι μηχανικός στο επάγγελμα
2. θρη, ομολογία, ασπασμός, su profesión religiosa arranca de su viaje a la India,
η θρησκευτική ομολογία του ξεκινά από το ταξίδι του στην Ινδία
3. ομολογία, διακήρυξη, δήλωση υπέρ κάτι, una profesión de principios, μια δήλωση αρχών
4. σνθ, profesión de fe, θρη, ομολογία πίστης
profesión liberal, ελεύθερο επάγγελμα
5. εκφ, ser de la profesión, είμαι του επαγγέλματος
profeso, sa 1. ε, α θ, θρη, νεόφυτος, -η, -o, ορκισμένος μοναχός, ορκισμένη μοναχή
las profesas viven en el convento, οι νεόφυτες ζουν στο μοναστήρι
2. για κτήριο μοναχών, μοναχικός, -ή, -ό, μοναστηριακός, -ή, -ό
profesional 1. ε, επαγγελματικός, -ή, -ó, ¿Tiene usted alguna experiencia profesional?
Έχετε κάποια επαγγελματική εμπειρία;
2. α θ, επαγγελματίας, El electricista que vino a nuestra casa es un profesional,
Ο ηλεκτρολόγος που ήρθε σπίτι μας είναι επαγγελματίας
3. σνθ, profesional del amor, ευφ, επαγγελματίας του έρωτα
interprofesional 1. ε, δι-επαγγελματικός, -ή, -ό
profesionalidad 1. θ, επαγγελματικότητα
profesionalismo 1. α, επαγγελματισμός
profesionalizar 1. ρμ, επαγγελματικοποιώ, καθιστώ επαγγελματικό, ανάγω σε επάγγελμα
han conseguido profesionalizar el deporte,
Έχουν καταφέρει να επαγγελματοποιήσουν το άθλημα
2. ραντ, γίνομαι επαγγελματικός
profesionalización 1. θ, επαγγελματοποίηση
profesionalmente 1. επρ, επαγγελματικά
profesor, ra πρχ προφέσορας> που προ-φησεί για κάτι= καθηγητής
1. α θ, καθηγητής, -ια σε ακαδημία, πανεπιστήμιο, profesor de academia, universidad,
es profesor de biología en la universidad, είναι καθηγητής Βιολογίας στο πανεπιστήμιο
2. δάσκαλος, δασκάλα οδήγησης, profesor de autoescuela
3. σνθ, profesor agregado, asociado, επίκουρος καθηγητής
profesor auxiliar, titular, έκτακτος καθηγητής, τακτικός καθηγητής
profesor invitado, emérito επισκέπτης, ομότιμος καθηγητής
profesor particular, καθηγητής ιδιαίτερων μαθημάτων
profesor suplente, αναπληρωτής καθηγητής
profesorado 1. α, προφεσοράτο= καθηγητικό σώμα
2. καθηγεσία
profesoral 1. ε, καθηγητικός, -ή, -ό
profa 1. θ, οικ, καθηγήτρια
profe 1. α, οικ, καθηγητής
ex profeso 1. εκφ επρ, πρχ εκ προ-φησίν= εκ-προθέσεως, επί τούτω, σκόπιμα,
Lo hizo ex profeso, Tο έκανε εκ προθέσεως
prefacio 1. α, πρχ προ-φησίν= πρό-λογος, εισαγωγή σε βιβλίο
Un reconocido sociólogo aceptó escribir el prefacio al libro de Miguel,
Ένας διάσημος κοινωνιολόγος δέχτηκε να γράψει τον πρόλογο στο βιβλίο του Μιγκέλ
confesar πρχ συν-φησίν> ομο-λογώ, εξ-ομο-λογώ κάτι
1. ρμ, ομολογώ, εξομολογούμαι κάτι, confieso que te he mentido,
ομολογώ πως σου έχω πει ψέματα
le confesó su amor, της εξομολογήθηκε τον έρωτά του
2. θρη, εξομολογούμαι, La señora confesó sus pecados antes de misa,
Η κυρία ομολόγησε τις αμαρτίες της πριν από τη λειτουργία
3. θρη, εξομολογώ κάποιον, siempre me confiesa el mismo sacerdote,
πάντα με εξομολογεί ο ίδιος ιερέας
4. μτφ, κάτι δηλώνει, αποκαλύπτει, ομολογεί, sus actos confiesan su aversión hacia ellos,
οι πράξεις τους ομολογούν την αποστροφή τους προς αυτούς
5. νομ, ομολογώ, confesó el crimen, ομολόγησε το έγκλημα
6. ραντ, θρη, εξομολογούμαι, me confesé ayer, εξομολογήθηκα εχτές
7. νομ, ομολογώ ενοχή, se confesó culpable, ομολόγησε την ενοχή του
8. εκφ, confesar de plano, τα ξερνάω όλα
confesión 1. θ, ομολογία, le pagaron por su confesión, τον πλήρωσαν για την ομολογία του
2. νομ, ομολογία, la policía le arrancó una confesión de culpabilidad,
η αστυνομία τού απέσπασε ομολογία ενοχής
2. θρη, εξομολόγηση, bajo secreto de confesión, κατά το απαραβίαστο της εξομολόγησης
3. ομολογία πίστεως, πίστη, es de confesión cristiana, είναι της χριστιανικής πίστεως
4. θ πλ, μτφ, εξομολογήσεις, αναμνήσεις, confesiones de un filósofo,
εξομολογήσεις ενός φιλοσόφου
5. εκφ, oír a alguien en confesión, ακούω κάποιον σε εξομολόγηση
confesional 1. ε, θρη, εξομολογητικός, -ή, -ó, secreto confesional, εξομολογητικό μυστικό,
το απαραβίαστο της εξομολόγησης
2. που ομολογεί μια πίστη, θρησκευτικός, -ή, -ό, estado no confesional,
κράτος χωρίς επίσημη θρησκεία
aconfesional 1. ε, πρχ άνευ ομολογίας πίστης, ανεξίθρησκος, -η, -ο, που δεν ανήκει
ή που δεν σχετίζεται με κανένα δόγμα ή θρησκεία
interconfesional 1. ε, δια-θρησκευτικός, -ή, -ό
confesionalidad 1. θ, θρη, θρησκευτική ταυτότητα
aconfesionalidad 1. θ, θρη, ανεξιθρησκεία, η απουσία σχέσης με οποιοδήποτε δόγμα
ή θρησκεία
confesionalismo 1. α, κατανομή της εξουσίας σε θρησκευτικές κοινότητες
confesionario, confesonario 1. α, εξομολογητήριο
confeso, sa 1. ε, νομ, ομολογημένος, -η, -o
2. ιστ, για ιουδαίο που γινόταν χριστιανός, προσήλυτος, -η, -ο
3. θρη, ασκών, ασκούσα θεραπεία (όχι μοναχισμό) εντός μονής
confeso, sa 1. α θ, θεράπων αδελφός, θεράπουσα αδελφή, που περιορίζεται στις καθημερινές χειρωνακτικές εργασίες της μονής
2. ιστ, ιουδαίος προσήλυτος, -τη
inconfeso, sa 1. ε, νο, μη ομολογημένος, -η, -ο, un reo inconfeso,
ένας κατηγορούμενος μη ομολογημένος, που δεν έχει ομολογήσει ενοχή
confesor 1. α, θρη, εξομολογητής
confesable 1. ε, ομολογητός, -ή, -ό
inconfesable 1. ε, ανομολόγητος, -η, -ο
confesante 1. ε, εξομολογητικός, -ή, -ό, ομολογητικός, -ή, -ό
2. ομολογών, -ουσα, -όν σε δίκη
3. α θ, θρη, εξομολογούμενος, -η, -ο, άτομο που εξομολογείται
fático, ca 1. ε, γλγ, φατικός, -ή, -ó
fatwa 1. θ, θρη, πρχ φετφάς, φετβάς
fatalismo 1. α, πρχ προ-φητισμός> αυτό που λέει η μοίρα= μοιρολατρισμός, μοιρολατρία
fatalista 1. ε, α θ, μοιρολατρικός, -ή, -ό, μοιρολάτρης, μοιρολάτρισσα
fatídico, ca 1. ε, πρχ προ-φητό-δεικτο= σημαδιακός, -ή, -ó, μοιραίος, -α, -o,
visión fatídica, όραμα μοιραίο,
fatídico accidente, μοιραίο ατύχημα
2. με κακό οιωνό σε μέλλον, δυσ-οίωνος, -η, -ο, es un día fatídico para tus aspiraciones,
είναι μια μέρα δυσοίωνη για τις φιλοδοξίες σου
fatídicamente 1. επρ, μοιραία
2. δυσοίωνα
fatal πρχ σαν προ-φητεία
1. ε, σαν ειπωμένο από την μοίρα, μοιραίος, -α, -ο,
el accidente fue fatal, το ατύχημα ήταν μοιραίο
2. μτφ, αναπόφευκτος, -η, -o, este encuentro era fatal,
αυτή η συνάντηση ήταν αναπόφευκτη
3. μτφ, θανατηφόρος, -α, -o, padece una enfermedad fatal,
πάσχει από μια ασθένεια θανατηφόρα
4. οικ, μτφ, πρχ φαταλ> άφατο σε ποιότητα, κάκιστος, -η, -ο, απαίσιος, -α, -o,
hizo un tiempo fatal, έκανε ένα καιρό απαίσιο, παλιόκαιρο,
una película fatal, μια απαίσια ταινία
nos sirvieron una comida fatal, μας σέρβιραν ένα φαγητό απαίσιο
5. εκφ, caer fatal, οικ, μου πέφτει απαίσια κάποιος, αντιπαθώ κάποιον, δεν συμπαθώ,
δεν πάω κάποιον, su novio me cae fatal, δεν πάω καθόλου τον φίλο της
encontrarse, sentirse fatal, οικ, για άρρωστο, αισθάνομαι απαίσια, χάλια
estar fatal, οικ, είμαι χάλια, πολύ άσχημα, estoy fatal, είμαι χάλια
estuvo fatal, a punto de morir, ήταν πολύ άσχημα, παραλίγο να πεθάνει
ή για πράξη, esto que has hecho está fatal, αυτό που έκανες είναι πολύ άσχημο
ή αποτέλεσμα, su boceto estaba fatal, το σχέδιo του ήταν χάλια
pasarlo fatal, οικ, τα περνάω χάλια, απαίσια
sentar fatal, οικ, κάθεται άσχημα, για ρούχο, δεν πάει, δεν κάθεται ωραία
ή για φαγητό, πέφτει βαρύ, κάθεται στο στομάχι
ή για λόγια, lo que me dijo me sentó fatal, αυτό που μου είπε μου κάθισε άσχημα
fatal 1. επρ, πρχ άφατα> ανείπωτα= απαίσια, πολύ άσχημα, χάλια,
jugaron fatal, έπαιξαν χάλια
te has comportado fatal, έχεις συμπεριφερθεί άφατα> απαίσια
fatalidad 1. θ, πρχ προ-φητότητα μοίρας= μοίρα, πεπρωμένο, ριζικό, γραφτό,
la fatalidad lo quiso, η μοίρα το θέλησε
2. δυστυχία, le ha sucedido una fatalidad, του έτυχε, τον βρήκε μια δυστυχία
tuve la fatalidad de perderlo todo, είχε την δυστυχία να τα χάσει όλα
3. αντιξοότητα, αναποδιά, Fue una fatalidad, pero no grave,
Ήταν μια αναποδιά, αλλά όχι σοβαρή
4. ιδιότητα του fatal
fatalmente 1. επρ, μοιραία, μοιραίως
2. αναπόφευκτα
3. δυστυχώς, los jóvenes caen fatalmente en la droga,
οι νέοι πέφτουν δυστυχώς στα ναρκωτικά
fatuo, tua 1. ε, πρχ ά-φατος λογικής= χαζούλης, -α, -ικο, ανόητος, -η, -o,
su comportamiento fatuo le dejó en evidencia,
Η ανόητη συμπεριφορά του τον άφησε εκτεθειμένο, εξέθεσε
es una persona fatua, είναι ένα άτομο χαζούλικο
2. μτφ, πρχ φαντα-σιας ή που μιλά όλο για αυτόν= φαντασμένος, -η, -o, ξιπασμένος, -η, -ο ματαιόδοξος, -η, -ο, se cree el más listo de la clase, es un fatuo,
νομίζεται ο πιο έξυπνος της τάξης, είναι ένας φαντασμένος
fatuidad 1. θ, ανοησία, βλακεία, χαζομάρα
2. κενοδοξία, ματαιοδοξία, αυταρέσκεια
infatuar 1. ρμ, πρχ εν-φαντάζω> κάνω φαντα-σμένο κάποιον= ξιπάζω, ματαιοδοξώ,
κάνω κενόδοξο, la fama lo infatuó, η φήμη τον έκανε ματαιόδοξο
2. ραντ, εν-φαντά-ζομαι= μαιταιοδοξώ, κενοδοξώ, ξιπάζομαι, επαίρομαι,
se infatuó mucho cuando le dieron el premio,
ξιπάστηκε πολύ όταν του έδωσαν το βραβείο
infatuación 1. θ, έπαρση, κομπασμός, αλαζονεία
feérico, ca 1. ε, λογ, πρχ (φ)αερικό= σχετικός, -ή, -ό με τα ξωτικά και τις νεράιδες
confutar 1. ρμ, πρχ κατα-φάσκω την γνώμη κάποιου= αντικρούω, αναιρώ, διαψεύδω,
El profesor confutó la hipótesis de su rival citando estadísticas y datos incuestionables
Ο καθηγητής αντέκρουσε την υπόθεση του αντιπάλου του επικαλούμενος αδιαμφισβήτητα στατιστικά στοιχεία και δεδομένα
refutar 1. ρμ, πρχ περι-φάσκω ενάντια άποψη, γνώμη κάποιου= αντικρούω, αναιρώ,
sus propuestas fueron refutadas, οι προτάσεις τους αντικρούστηκαν
refutación 1. θ, αντίκρουση, αναίρεση
refutable 1. ε, αντικρουόμενος, -η, -ο, αναιρέσιμος, -η, -ο
irrefutable 1. ε, αδιάψευστος, -η, -ο, αδιάσειστος, -η, -ο, αναντίρρητος, -η, -ο
irrefutablemente επρ, αδιάψευστα, αδιάσειστα, αναντίρρητα
enfado πρχ εν-φούντω-μα ψυχικό για κάτι, κάποιον
1. α, θυμός, οργή, νεύρα, ¿se te ha pasado ya el enfado? σου πέρασε τώρα o θυμός;
me causa enfado ver tanta injusticia, μου προκαλεί θυμό να βλέπω τόση αδικία,
puso cara de enfado, πήρε ύφος θυμωμένο
2. θυμός με κάποιον, ψυχρότητα, τσακωμός, su enfado con María dura ya dos meses,
o θυμός του με την Μαρία διαρκεί ήδη 2 μήνες
3. εκφ, causar enfado, νευριάζω, θυμώνω κάποιον
pillarse, agarrarse un enfado, οικ, θυμώνω, τσατίζομαι, νευριάζω, ανεβάζω θερμοκρασία
enfadar 1. ρμ, πρχ εν-φουντώ-νω ψυχικά= θυμώνω κάποιον, κάνω κάποιον να θυμώσει,
tus palabras la enfadaron mucho, τα λόγια σου την θύμωσαν πολύ
2. ραντ, θυμώνω, εκνευρίζομαι, τσατίζομαι, ¡No te enfades! Μην θυμώσεις!
vas a conseguir que me enfade, φιρί φιρί το πας να με θυμώσεις,
¡es que te enfadas por todo! εσύ πια θυμώνεις με το παραμικρό!
al ver la multa en el coche se enfadó con el guardia urbano,
όταν είδε το πρόστιμο στο αμάξι νευρίασε με τον αστυνόμο
2. ψυχραίνομαι, θυμώνω με κάποιον, έχω έχθρα, se enfadaron por una bobada,
ψυχράθηκαν, θύμωσαν για μια βλακεία
enfadadizo, za 1. ε, πρχ που εν-φουντώνει εύκολα= οξύθυμος, -η, -ο
Es enfadadizo y rencoroso, Είναι θυμωμένος και μνησίκακος
enfadado, da 1. ε, θυμωμένος, -η, -ο, estoy muy enfadado contigo,
είμαι πολύ θυμωμένος μαζί σου
2. ψυχραμένος, -η, -o, están enfadados desde hace tiempo,
είναι ψυχραμένοι εδώ και πολύ καιρό
enfadoso, sa 1. ε, για κάτι που προκαλεί θυμό= εκνευριστικός, -ή, -ó, ενοχλητικός, -ή, -ó,
trabajo enfadoso, δουλειά εκνευριστική
2. οικ, για άτομο, με πολύ φούντωμα= εξοργισμένος, -η, -o
enfadosamente 1. επρ, θυμωμένα, νευριασμένα
desenfadar 1. ρα, πρχ ξ-εν-φουντώνω ψυχικά= ξε-θυμώνω, ηρεμώ, κατευνάζω, γαληνεύω,
no puedo desenfadarle, δεν μπορώ να τον ξεφουντώσω, ηρεμήσω
2. ραντ, ξεφουντώνομαι ψυχικά, ηρεμώ, γαληνεύω
3. ξεψυχραίνομαι με κάποιον, απ-εχθρεύομαι, quiero que mis amigos se desenfaden,
θέλω οι φίλοι μου να ξεψυχρανθούν
desenfado 1. α, πρχ δεν έχω φούντωμα ψυχικό όταν κάνω, λέω κάτι = άνεση, χάρη, αυτοπεποίθηση, φυσικότητα, revolvió la situación con desenfado,
γύρισε την κατάσταση με άνεση
2. μτφ, ανεμελιά, ξεγνοιασιά ψυχική, habla con un desenfado juvenil,
μιλά με μια ανεμελιά νεανική
desenfadado, da 1. ε, για άτομο, άνετος, -η, -o, χαλαρός, -ή, -ό στο θυμικό του μέρος,
a pesar de su cargo, es un hombre muy desenfadado,
παρόλο το αξίωμα του, είναι ένας άντρας άνετος
2. ανέμελος, -η, -o, αμέριμνος, -η, -ο, ξέγνοιαστος, -η, -ο
es un tipo tan desenfadado que parece que no tuviera ninguna preocupación en la vida,
είναι τόσο ανέμελος τύπος που φαίνεται σαν να μην είχε καμία ανησυχία στη ζωή
3. ανεπιτήδευτος, -η, -ο, φυσικός, -ή, -ό σε στιλ, φέρσιμο, viste con un estilo desenfadado,
ντύνεται με ένα στιλ ανεπιτήδευτο
4. αναιδής, -ής, -ές
5. για πράξη, χαλαρός, -ή, -ó, άνετος, -η, -o, mantuvimos una conversación desenfadada,
διατηρήσαμε, είχαμε μια χαλαρή συζήτηση
desenfadadamente 1. επρ, άνετα, χαλαρά
2. ανέμελα, ξέγνοιαστα
3. αναιδώς
4. ανεπιτήδευτα
inefable 1. πρχ άνευ-φατός> ά-φατος, -η, -ο, αν-είπωτος, -η, -ο,
hay experiencias que son inefables, υπάρχουν εμπειρίες που είναι ανείπωτες
inefabilidad 1. θ, άφατο, ανείπωτο, απερίγραπτο με λόγια,
la inefabilidad de la experiencia mística, το απερίγραπτο της μυστηριακής εμπειρίας
afable 1. ε, πρχ ευ-φατός= που μιλάει ωραία, ευγενικά, μπορείς να του μιλήσεις,
αβρός, -ή, -ό, καταδεκτικός, -ή, -ό, μειλίχιος, -α, -ο, προσηνής, -ής, -ές,
es afable con los subordinados, είναι προσηνής με τους υφιστάμενους του
Tuvimos una grata conversación. Luis es un hombre afable,
Είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση. Ο Λουίς είναι ένας άνθρωπος μειλίχιος
afabilidad 1. θ, αβροφροσύνη, μειλιχιότητα, καταδεκτικότητα, προσήνεια
afabilísimo, ma 1. ε, αβρότατος, -η, -ο, καταδεκτικότατος, -η, -ο, προσηνέστατος, -η, -ο
afablemente 1. επρ, αβρά, αβρώς, μειλίχια
inefablemente 1. επρ, άφατα, ανείπωτα
fábula πρχ φραμπαλας> περίτεχνα λόγια χωρίς ουσία ή ηχμ πάπαλα> λόγια ψεύτικα
1. θ, λγτ, μυθ, μύθος, παραμύθι, las fábulas Fábulas de Esopo, οι μύθοι του Αισώπου,
la fábula de Polifemo y Galatea, ο μύθος του Πολύφημου και της Γαλατείας
2. θρύλος, μύθος, en este cuadro se representa la fábula de Aracne,
σε αυτόν τον πίνακα αναπαρίσταται ο μύθος της Αράχνης
3. μτφ, πάπαλα, παραμύθι, μύθος, ψέμα, todo lo que cuenta son fábulas,
όλο αυτό που λέει είναι παραμύθια, πάπαλα
4. μτφ, φήμη, είδηση αβάσιμη, ράδιο αρβύλα, él mismo hizo correr la fábula de su riqueza,
αυτός ο ίδιος έκανε να διαδοθεί η φήμη του πλούτου του
5. σνθ, fábula mitológica, μύθος
fábulas milesias, μιλησιακά, ανάλαφρο παραμύθι ή ιστορία για τέρψη, διασκέδαση
6. εκφ, de fábula, οικ, μτφ, σαν μύθος= μυθικά, τέλεια, πολύ καλά,
fuimos al circo y nos lo pasamos de fábula, πήγαμε στο τσίρκο και τα περάσαμε μυθικά,
la paella me salió de fábula, η παέγια μου βγήκε τέλεια, είναι σκέτο ποίημα
fabular 1. ρμ, ρα, γράφω παραμύθια, μύθους, Mi afición a fabular fue lo que me llevó a convertirme en escritor, Η αγάπη μου να γράφω παραμύθια ήταν αυτό που με οδήγησε στο να γίνω συγγραφέας
2. μτφ, μυθομανώ, επινοώ μυθεύματα, φαντασιοκοπώ,
se pasa el día fabulando, περνάει την ημέρα του επινοώντας μυθεύματα
3. επινοώ ιστορίες, le gusta fabular historias que luego cuenta a sus hijos,
του αρέσει να επινοεί ιστορίες που μετά διηγείται στα παιδιά του
fabulación 1. θ, μυθογραφία, μυθοπλασία
2. μτφ, μυθοπλασία, επινόηση ιστοριών, sus fabulaciones se deben a un trastorno mental,
οι μυθοπλασίες οφείλονται σε μια νοητική διαστροφή
afabulación 1. θ, μύθευμα
fabulario 1. α, ανθολόγιο παραμυθιών
fabulista 1. α θ, μυθογράφος
fabulador, ra 1. α θ, μυθογράφος
2. μτφ, μυθομανής, παραμυθάς, -ού
fabuloso, sa 1. ε, του μύθου, φαντασίας, μυθικός, -ή, -ό, φανταστικός, -ή, -ό,
el unicornio es un animal fabuloso, ο μονόκερως είναι ένα ζώο μυθικό
2. μτφ, σαν από μύθο, αμύθητος, -η, -o, μυθικός, -ή, -ó, παραμυθένιος, -α, -o,
una fortuna fabulosa, αμύθητη περιουσία
fue un partido fabuloso, ήταν ένας μυθικός αγώνας
nos costó una suma fabulosa, μας κόστισε μια μυθική σούμα, χρήμα
3. μτφ, ψεύτικος, -η, -ο, επινοημένος, -η, -ο, su versión de los hechos es fabulosa,
η εκδοχή του για τα γεγονότα είναι ψεύτικη
4. επρ, οικ, μτφ, πολύ καλά, μυθικά, παραμυθένια, he dormido fabuloso,
έχω κοιμηθεί πολύ καλά
fabulosamente 1. επρ, μυθικά, παραμυθένια, lo pasamos fabulosamente bien,
τα περάσαμε παραμυθένια, υπερβολικά καλά
confabularse 1. ραντ, πρχ συν-μυθεύομαι> μαζί με άλλον ετοιμάζω κάτι εναντίον κάποιου=
μηχανορραφώ, σκευωρώ, δολοπλοκώ, se confabuló con su madre para derrotar a su suegro,
μηχανορράφησε με την μητέρα του για να ρίξει τον πεθερό του
confabulación 1. θ, μηχανορραφία, σκευωρία, δολοπλοκία, πλεκτάνη
confabulador, a 1. α θ, μηχανορράφος, σκευωρός, δολοπλόκος,
el fiscal no pudo probar la culpabilidad de los confabuladores,
ο εισαγγελέας δεν μπόρεσε να αποδείξει την ενοχή των σκευωρών
facundia 1. θ, πρχ ευ-φράδεια, ευγλωττία
2. εκφ, tener facundia, έχω ευφράδεια, είμαι εύγλωττος
facundo, da 1. ε, ευφραδής, -ής, -ές, εύγλωττος, -η, -ο,
ese presentador de televisión es muy facundo,
αυτός ο παρουσιαστής της τηλεόρασης είναι πολύ εύγλωττος
facistol 1. α, θρη, πρχ φακι-στολ> φάσκω+στηλη= αναλόγιο εκκλησίας
faldistorio 1. α, θρη, πρχ φασκι-σταριο= θέση επισκόπου σε λειτουργίες παπικές
fado 1. α, μσκ, φάδο
hado 1. α, πρχ άδω> ωδή μοίρας= μοίρα, πεπρωμένο, ριζικό, γραπτό
Morir ahogada en el mar era lo que su irónico hado había previsto para la sirena,
Να πεθάνει πνιγμένη στη θάλασσα ήταν αυτό που η ειρωνική της μοίρα είχε σχεδιάσει για τη γοργόνα
bienhadado, da 1. ε, λογ, πρχ με καλή ωδή> μοίρα= καλό-τυχος, -η, -ο, τυχερός, -ή, -ó
malhadado, da 1. ε λογ, πρχ με μελανή-ωδή> μοίρα = κακότυχος, -η, -ο, άτυχος, -η, -ο,
δύστυχος, -η, -ο, άμοιρος, -η, -ο, δύσμοιρος, -η, -ο
hada 1. θ, πρχ αδα> νερ-άιδα
2. σνθ, hada madrina, καλή νεράιδα
banal 1. ε, πρχ μπανάλ, ευτελής, -ής, -ές, πεζός, -ή, -ό, κοινότοπος, -η, -ο,
κακόγουστος, -η, -o, comentarios banales, σχόλια μπανάλ, κοινο-λογίες, κοινοτοπίες
una conversación banal, μια συζήτηση ευτελής, μπανάλ
banalidad 1. θ, μπανανολογία, κοινοτοπία, πεζότητα
2. λόγια ή πράξη με χυδαιότητα
banalizar 1. ρμ, δίνω κοινότοπο χαρακτήρα σε κάτι, εκχυδαΐζω, εκφυλίζω, υποτιμώ, αφαιρώ σημασία από κάτι, a veces se banalizan conductas violentas muy graves,
ενίοτε υποτιμούνται συμπεριφορές βίαιες πολύ σοβαρές
banalización 1. θ, εκχυδαϊσμός, εκφυλισμός, υποτίμηση γεγονότος, πράξης
bando 1. πρχ να απο-φανθώ= από-φαση εξουσίας, ανακοινωθέν από επίσημη αρχή,
bando de la alcaldía, απόφαση του Δήμου
acaban de publicar el bando, μόλις δημοσιεύτηκε η απόφαση
2. αναγγελία, διάταγμα
3. εκφ, echar bandos, εκδίδω διάταγμα
bandido, da 1. ε, α θ, πρχ με από-φαση φυγάς από τον νόμο ή εκτός νόμιμης μπάντας= ληστής, συμμορίτης, παράνομος, -η, -ο, καταζητούμενος, -η, -ο
2. απατεώνας, κλέφτης
3. οικ, μτφ, προσφώνηση στοργική= κατεργάρη!, κατεργαράκο!
bandidaje 1. α, πράξη μπάντας= ληστεία, βιαιοπραγία, ληστοκρατία
2. σύνολο εγκληματιών σε περιοχή
contrabando 1. α, πρχ κοντρα σε νόμιμη μπάντα= λαθρεμπόριο
2. σνθ, contrabando de alcohol, armas, tabaco, drogas,
λαθρεμπόριο αλκοόλ, όπλων, τσιγάρων, ναρκωτικών
3. εκφ, vender de contrabando, πουλώ λαθραία
contrabandear 1. ρα, κάνω λαθρεμπόριο
contrabandista 1. α θ, λαθρέμπορος
abandonar πρχ αφήνω στην μπάντα> εγκαταλείπω
1. ρμ, εγκαταλείπω, αφήνω άνθρωπο, ζώο, μέρος,
abandonó a su familia, abandonó a sus hijos, εγκατέλειψε την οικογένεια του, τα παιδιά του
abandonaron su ciudad, εγκατέλειψαν την πόλη τους
abandonaron su perro, εγκαταλείψαν τον σκύλο τους
2. μτφ, παραμελώ, αμελώ δραστηριότητα, abandonar sus obligaciones,
αμελώ τις υποχρεώσεις μου
abandonó sus estudios, εγκατέλειψε τις σπουδές του
3. αθλ, εγκαταλείπω αγώνα, αποχωρώ, abandonar la partida, αποχωρώ από το παιχνίδι,
εγκαταλείπω τον αγώνα
4. παραιτούμαι από πρόθεση, προσπάθεια, απαρνούμαι, εγκαταλείπω,
he abandonado la idea de ser jugador profesional,
παραιτήθηκα από την ιδέα να γίνω επαγγελματίας παίκτης
5. μτφ, κάτι που είχα με αφήνει, εγκαταλείπει, le abandonó la fortuna,
τον εγκατέλειψε η τύχη
6. ραντ, εγκαταλείπω προσωπική φροντίδα, παραμελώ τον εαυτό μου, παραιτούμαι,
después de la muerte de su esposa se abandonó,
mucho μετά το θάνατο της συζύγου του, παραμέλησε τον εαυτό του
7. μτφ, abandonarse a, παραδίνομαι, αφήνομαι σε κατάσταση, περίσταση,
se abandonó a la autocompasión, αφέθηκε στην αυτολύπηση
abandonarse al dolor, παραδίνομαι στον πόνο
αφήνομαι σε, se abandonó a su suerte, αφέθηκε στην τύχη, στη μοίρα του
8. μτφ, αφήνομαι σωματικά> απλώνομαι σε χώρο, se abandona en el sofá,
απλώνεται στον καναπέ
abandono 1. α, εγκατάλειψη ανθρώπου, ζώου, μέρους ή δραστηριότητας, σχεδίου,
La crisis financiera causó el abandono del proyecto de la obra de construcción,
Η οικονομική κρίση προκάλεσε την εγκατάλειψη του κατασκευαστικού έργου
Martínez fue procesada por abandono, Ο Μαρτίνεθ διώχθηκε για εγκατάλειψη
2. μτφ, άφημα υποχρεώσεων, παραμέληση, αμέλεια,
el abandono de sus obligaciones le costó el trabajo,
η παραμέληση των καθηκόντων του του στοίχισε τη δουλειά του
3. αθλ, αποχώρηση, εγκατάλειψη, Nadal avanza a la próxima ronda gracias al abandono de su rival, Ο Ναδάλ προκρίθηκε στον επόμενο γύρο χάρη στην αποχώρηση του αντιπάλου του
4. νομ, παραίτηση
5. άφημα προσωπικής φροντίδας, ατημέλεια, παραμέληση
6. σνθ, abandono del domicilio conyugal, εγκατάλειψη συζυγικής στέγης
abandonismo 1. α, πρχ τάση να αφήνω στην μπάντα προσπάθεια= ηττοπάθεια
abandonista 1. ε, α θ, ηττοπαθής, -ής, -ές, ηττοπαθής, política abandonista,
πολιτική ηττοπάθειας
abandonado, da 1. ε, εγκαταλελειμμένος, -η, -o, παρατημένος, -η, -ο,
un niño abandonado, ένα εγκαταλελειμμένο παιδί
La casa abandonada estaba llena de telarañas,
Το εγκαταλελειμμένο σπίτι ήταν γεμάτο ιστούς αράχνης
2. μτφ, ατημέλητος, -η, -ο, παραμελημένος, -η, -ο, απεριποίητος, -η, -o,
una persona abandonada, ένας ατημέλητος άνθρωπος
habla πρχ α-μπλα> μπλα-μπλα> ομιλία
1. θ, ικανότητα ομιλίας, μιλιά, λαλιά, la enfermedad le hizo perder el habla,
η αρρώστια τον έκανε να χάσει την ομιλία του
2. πράξη ομιλίας, los órganos fonadores intervienen en el acto del habla,
τα φωνητικά όργανα παρεμβαίνουν στην πράξη της ομιλίας
3. ιδίωμα, γλώσσα, el habla española, η ισπανική γλώσσα
4. ύφος ομιλίας, τρόπος, tiene un habla muy dulce, έχει ένα ύφος πολύ γλυκό,
5. γλώσσα ομάδας ατόμων, el habla de los niños, η γλώσσα των παιδιών
6. γλώσσα περιοχής, διάλεκτος, el habla de la región andina,
η γλώσσα της περιοχής των Άνδεων
7. εξειδικευμένη, επαγγελματική φρασεολογία, el habla de los abogados,
η φρασεολογία των δικηγόρων
8. γλγ, ομιλία, Saussure estableció las diferencias entre la lengua y el habla,
o Σοσίρ όρισε τις διαφορές μεταξύ λόγου και ομιλίας
9. σνθ, habla coloquial, popular, καθομιλουμένη
10. εκφ, al habla, στο τηλέφωνο, ο ίδιος σε ομιλία, ¿dígame?, al habla María,
πείτε μου, στην ομιλία η Μαρία,
– ¿el Sr. Marquez? – ¡al habla! – o κύριος Μαρκέθ; – o ίδιος!
ή ναυ, ομιλία από σχετικά μικρή απόσταση μέσω τηλεβόα
estar al habla con alguien, βρίσκομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον
negarle el habla a alguien, αρνούμαι> δεν απευθύνω το λόγο σε κάποιον
dejar a una persona sin habla, αφήνω κάποιον χωρίς μιλιά, άφωνο, τον εκπλήσσω
quitar el habla a alguien, αφήνω χωρίς μιλιά κάποιον, αφήνω άφωνο, τον εκπλήσσω
perder el habla, χάνω τη μιλιά μου
ponerse al habla con alguien, συνομιλώ τηλεφωνικά με κάποιον
quedarse sin habla, μένω άφωνος
hablar 1. ρα, προφέρω, λέω λόγια, μιλώ, empezó a hablar con nueve meses,
άρχισε να μιλά στους 9 μήνες
2. μιλώ με κάποιον, me gusta hablar contigo, μου αρέσει να μιλώ μαζί σου
3. βγάζω λόγο, μιλάω σε κοινό ή για ένα θέμα, el famoso poeta hablará en el congreso,
ο διάσημος ποιητής θα μιλήσει στο συνέδριο
el presidente habló a las masas, o πρόεδρος έβγαλε λόγο στο πλήθος
4. μιλάω άσχημα για κάποιον, κάτι, σχολιάζω, κουτσομπολεύω,
su mal comportamiento hace que la gente hable,
η κακή του συμπεριφορά κάνει τον κόσμο να σχολιάζει
5. λέω με πίεση μυστικό, μιλώ, αποκαλύπτω κάτι μέσω απειλής, καταπίεσης,
le torturaron para que hablara, τον βασάνισαν ώστε να μίλαγε
¡como hables, te corto el cuello! αν μιλήσεις σου κόβω το λαρύγγι!
7. μιλάω σε κάποιον υπέρ για άλλο πρόσωπο, hablaron de ti al ministro,
μίλησαν για σένα στον υπουργό
8. μτφ, μιλάω μέσω γραπτού, los periódicos no hablan de este robo,
οι εφημερίδες δεν μιλάνε για αυτήν την ληστεία
9. μιλάω με κάποιο ύφος, εκφράζομαι, habla de forma vulgar,
μιλάει με χυδαίο τρόπο
10. μτφ, κάτι μας μιλάει, los monumentos nos hablan de la grandeza de los Griegos,
τα μνημεία μας μιλούν για το μεγαλείο των Ελλήνων
11. ρμ, μιλάω ιδίωμα, γλώσσα, habla inglés y japonés, μιλά Αγγλικά και Ιαπωνικά
12. ραντ, μιλάνε 2 μεταξύ τους, Antonio y Juan se hablaron ayer en el teatro,
ο Αντόνιο και ο Χουάν μίλησαν, τα είπανε εχθές στο θέατρο,
se enfadaron pero ya se hablan, τσακώθηκαν αλλά πλέον μιλούν μεταξύ τους
13. μιλάω με κάποιον, έχω επικοινωνία, Solo se habla con un par de vecinos,
μόνο μιλάει με κάνα 2 γείτονες
hace un año que no se hablan, πάει ένας χρόνος που δεν μιλιούνται
14. hablarse con, μιλιέμαι με, no se habla con nadie en la oficina,
δεν μιλιέται με κανέναν στο γραφείο
15. hablarse de, μιλιέται για, γίνεται λόγος για, φημολογείται,
se habla de una subida de precios, γίνεται λόγος για αύξηση των τιμών
16. hablar con, μιλώ, συζητώ με, hablaba con el vecino, μιλούσε με το γείτονα
17. μτφ, μιλάω με> βγαίνω με, habló dos años con María,
έβγαινε δύο χρόνια με την Μαρία
18. hablar de, μιλώ για θέμα, κάποιον, hablaron de política, μίλησαν για πολιτική
háblame de ti, μίλησέ μου για σένα
19. κάτι μιλάει για> δηλώνει, λέει, su modo de vestir habla mucho de su carácter,
ο τρόπος ντυσίματος του λέει πολλά για τον χαρακτήρα του
20. μιλάω για άλλον, σχολιάζω, siempre va hablando de los demás,
πάντοτε σχολιάζει τους άλλους
21. hablar en, μιλώ σε γλώσσα, habla en español, μιλά στα Ισπανικά
22. hablar por, μιλώ υπέρ κάποιου, μεσολαβώ, ¿puedes hablar por mí a tu director?
μπορείς να μιλήσεις για μένα στο διευθυντή σου;
23. hablar sobre, μιλώ επί ενός θέματος, για, σχετικά με, hablamos sobre política,
μιλήσαμε για πολιτική
24. εκφ, se habla…, ομιλείται…., ομιλούνται…… για γλώσσα,
en Grecia se habla griego, στην Ελλάδα ομιλούνται Ελληνικά
dar (mucho) que hablar, για κάτι, δίνει τροφή για μπλα-μπλα, προκαλεί συζητήσεις,
un asunto que ha dado mucho que hablar, μια υπόθεση που προκαλεί συζητήσεις
ή για άτομο, δίνω τροφή για σχόλια
hablar a tontas y a locas, μιλώ σα τοτός και άλογος= λέω ó, τι μου κατέβει
hablar alguien consigo mismo, entre sí, para sí, μιλά κάποιος με τον εαυτό του,
μιλάω μόνος μου, μονολογώ
hablar a solas, μιλώ ιδιαιτέρως, κατ’ ιδίαν με κάποιον
hablar a las claras, μιλώ ξεκάθαρα, δεν μασώ τα λόγια μου, τα λέω έξω από τα δόντια
hablar clara y llanamente, μιλώ καθαρά
hablar claro, μιλώ ξεκάθαρα, δεν μασώ τα λόγια μου, μιλώ έξω από τα δόντια
hablar de esto y de lo otro, μιλώ για το ένα και για το άλλο
hablar gangoso, μιλώ έρρινα
hablar largo y tendido, μιλώ για πολλή ώρα
hablar para sí, οικ, μιλώ για τον εαυτό μου
hablar poco y bien, μιλάω λίγα λόγια και σταράτα
hablar por hablar, porque sí, μιλώ για να μιλήσω, χωρίς να λέω τίποτα
hablar por sí solo, μιλάει από μόνο του κάτι, los hechos hablan por sí solos,
τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους
¡mira quién habla, quién fue a hablar! κοίτα ποιος μιλάει!
¡ni hablar! οικ, ούτε να το συζητάς!
¡de eso ni hablar! ούτε να το συζητάς!
quien mucho habla, mucho yerra, πρμ, όσο πιο πολύ μιλάς τόσο περισσότερα λάθη κάνεις sólo le falta hablar, μτφ, για να δείξω την τελειότητα σε ζωγραφιά, εικόνα ανθρώπου,
μόνο του λείπει να μιλήσει, μόνο που δεν μιλά, μοιάζει έτοιμο να μιλήσει,
μοιάζει ολοζώντανο
no haber (nada) más que hablar, δεν υπάρχει κάτι επιπλέον να πούμε, τελεία και παύλα vamos a ir, no hay más que hablar, θα πάμε, τελεία και παύλα, πάει και τελείωσε
hablar bien, mal de alguien, μιλώ με καλά, άσχημα λόγια για κάποιον
hablar de tú a alguien, μιλώ στο εσύ σε κάποιον= μιλάω στον ενικό
hablar de usted a alguien, μιλώ στο εσάς σε κάποιον= μιλάω στον πληθυντικό
¡así se habla! έτσι μπράβο!
no se hable más, οικ, μην ομιληθεί πλέον κάτι= ας μην μιλάμε άλλο γι’ αυτό
hablado, da 1. ε, προφορικός, -ή, -ó, la lengua hablada y lengua escrita,
προφορικός λόγος και γραπτός λόγος
2. που δίνεται μέσω ομιλίας, προφορικός, -ή, -ό, ομιλών, -ούσα, -όν,
instrucciones habladas, προφορικές οδηγίες
libros hablados para ciegos, ομιλούντα βιβλία για τυφλούς
el cine hablado, ο ομιλών κινηματογράφος
3. εκφ, bien hablado, γλυκομίλητος, -η, -ο, ευπροσήγορος, -η, -ο,
mal hablado, αισχρο-λόγος, βρωμό-λογος, βρωμόστομος, αθυρόστομος
no soporta que su hermano sea tan mal hablado,
δεν αντέχει να είναι ο αδερφός του τόσο βρομόλογο
bienhablado, da 1. ε, ευγενικός, -ή, -ó, γλυκο-μίλητος, -η, -o,
¡sé más bienhablado y no digas palabrotas!
να είσαι πιο ευγενικός και να μη λες βρομόλογα!
2. που μιλάει καλά, που μιλάει σωστά, ορθά ομιλών, -ούσα, -όν,
es un niño muy bienhablado para su edad,
είναι ένα παιδί πολύ ορθά ομιλών, που μιλάει πολύ καλά για την ηλικία του
malhablado, da 1. ε, κακο-μίλητο άτομο= άξεστος, -η, -o, αγενής, -ής, -ές,
αισχρολογικός, -ή, -ό, αισχρολόγος, -α, αθυροστομικός, -ή, -ό, αθυρόστομος, -η,
hay que evitar que los niños sean malhablados,
πρέπει να αποτρέψουμε τα παιδιά να γίνουν αθυρόστομα
2. α θ, χοντράνθρωπος στα λόγια
hablilla 1. θ, μπλα-μπλά αβάσιμο= φήμη, ψέμα, κουτσομπολιό, ράδιο αρβύλα
hablista 1. α θ, άτομο με μπλα-μπλά πολύ εκλεπτυσμένο, προσεκτικό, ρήτορας
hablador, ra 1. ε, α θ, που μιλά πολύ, πολυλογάδικος, -η, -o, πολυλογάς, πολυλογού
es tan habladora que está horas al teléfono,
είναι τόσο πολυλογού που είναι ώρες στο τηλέφωνο
2. μτφ, κουτσομπόλικος, -η, -ο, κουτσομπόλης, -α
ή που μιλά αδιάκριτα, αδιάκριτος, -η, -ο
habladuría 1. θ, μπλα-μπλα του κόσμου, φήμη, κουτσομπολιό,
nunca he creído en las habladurías de la gente,
ποτέ δεν πίστεψα στα λόγια του κόσμου
no son más que habladurías, δεν είναι τίποτα παραπάνω από φήμες
hablanchín, ína 1. ε, α θ, οικ, φλύαρος, -η, -o, πολυλογάς, πολυλογού
hablante 1. ε, ομιλών, -ούσα, -όν, el sujeto hablante, το ομιλόν υποκείμενο
2. α θ, ομιλητής, ομιλήτρια γλώσσας, el español es uno de los idiomas con más hablantes,
τα ισπανικά είναι ένα από τα ιδιώματα με περισσότερους ομιλητές
3. σνθ, hablante nativo, φυσικός ομιλητής, που μιλά τη μητρική του γλώσσα
baldón πρχ μπαλδόν> ά-φατον> κάτι ανείπωτο λόγω ντροπής, αίσχους
ή μτφ βάλτος σαν πράξη, άτομο για την κοινωνία
ή προσ-βολήν
1. α, για γεγονός, πράξη, όνειδος, προσβολή, ύβρις,
el crimen que cometió fue un baldón que deshonró a su familia,
το έγκλημα που διέπραξε υπήρξε όνειδος που ατίμωσε την οικογένεια του
2. για άτομο, όνειδος, προσβολή, ύβρις, es un baldón para toda su profesión,
αποτελεί προσβολή για τους συναδέλφους του
este chico es el baldón de la familia, αυτό το παιδί είναι το όνειδος της οικογένειας του
baldonar 1. ρμ, πρχ βαλ-δοναρ> βάλλω με λόγια κάποιον= βρίζω, προσβάλλω,
baldonear 1. ρμ, βρίζω, προσβάλλω
chulear πρχ τσουλεαρ> τσολιάζω ή τσουλάζω= πράττω σαν τσολιάς ή τσούλα
1. ρα, καυχιέμαι, κορδώνομαι, επαίρομαι, κομπάζω, για κάτι που ξέρω, έχω ή κάνω,
mira cómo chulea con su coche nuevo, κοίτα πως κορδώνεται με το καινούργιο του αμάξι
2. ρμ, πρχ τσικλάω με λόγια ωραία κάποιον, πειράζω με όμορφο τρόπο ή κοροϊδεύω,
la chulea sin ánimo de ofenderla, την πειράζει χωρίς πρόθεση να την προσβάλλει,
todo el mundo lo chulea, τον κοροϊδεύει όλος o κόσμος
3. οικ, κάνω τσούλα= εκπορνεύω, εκδίδω, βγάζω στο κλαρί, la chulea desde hace tiempo,
την εκδίδει εδώ και καιρό
4. μτφ, εκμεταλλεύομαι οικονομικά, συναισθηματικά κάποιον σαν να είναι τσούλα μου, δαγκώνω, su novio la chulea, siempre le está pidiendo dinero,
ο δικός της την δαγκώνει, πάντα της ζητάει χρήματα
5. ραντ, κάνω τον τσολιά> τον σπουδαίο, τον κάμποσο, κομπάζω για μένα,
no hace falta que te chulees delante de las chicas,
δε χρειάζεται να κάνεις τον τσολιά> σπουδαίο μπροστά στα κορίτσια
6. chulearse de, καυχιέμαι, κομπάζω για κάτι που έχω, se chuleaba de su coche nuevo, καυχιόταν για το καινούργιο του αμάξι
7. πρχ τσικλάω, κοροϊδεύω κάποιον, nadie se chulea de mí, κανείς δεν με κοροϊδεύει εμένα
chuleo 1. α, οικ, μτφ σαν πράξη τσολιά= κομπασμός, επίδειξη
chulo 1. α, οικ, πρχ τσουλάς= μαστροπός, νταβατζής, Ese tipo es un chulo,
Αυτός ο τύπος είναι νταβατζής
2. ταυ, αυτός που βοηθά τους ταυρομάχους, δίνοντας τους τα απαραίτητα σύνεργα
3. σνθ, chulo de putas, πρχ τσουλάς για πουτάνες= μαστροπός, νταβατζής
chulo, la. 1. α θ, μτφ, Μαδριλένος, Μαδριλένα λαϊκής τάξης με ενδυμασία παραδοσιακή,
σαν τσολιά, el traje típico de chulo madrileño,
η παραδοσιακή ενδυμασία των Μαδριλένων της λαϊκής τάξης
2. οικ, μτφ, σαν τσολιάς= σνομπ, ψηλομύτης, ψηλομύτα, no aguanto a los chulos,
δεν αντέχω τους ψηλομύτηδες
chulo, la 1. ε, πρχ τσίλι-κο ή όμορφο σαν τσολιάς= τσίλικος, -ια, -ο, μπάνικος, -η, -ο,
ωραίος, -α, -ο, γουστόζικος, -η, -ο, esa camiseta está chula, αυτή η μπλούζα είναι τσίλικη,
llevas un vestido muy chulo, φοράς πολύ γουστόζικο φόρεμα,
el salón ha quedado muy chulo después de la reforma,
το σαλόνι έχει γίνει πολύ ωραίο μετά την αναμόρφωση
2. μτφ, για άτομο, στιλάτος, -η, -ο, Es muy chulo, siempre va a la última moda,
Eίναι πολύ στιλάτος, πάντα πάει με την τελευταία μόδα
3. μτφ, που μιλάει, ενεργεί, κινείται με τσίλικο τρόπο, με χάρη, άνεση, άνετος, -η, -ο,
μάγκικος, -η, -ο, Siempre va con ese aire chulo, pero en realidad es muy simpático,
πάντα πάει με αυτό τον μάγκικο αέρα, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ συμπαθητικός
4. για άτομο ή πράξη, σαν τσούλας, αναιδής, ές, -ή, θρασύς, -εία, -ύ, αυθάδης, -ης, -ες, αλαζονικός, -ή, -ó, υπεροπτικός, -ή, -ó, No soporto su forma de hablar, es muy chulo,
δεν αντέχω τον τρόπο ομιλίας του, είναι πολύ αλαζονικός
5. για άτομο, κομπαστικός, -ή, -ό, Se comporta como un chulo cuando está con sus amigos,
συμπεριφέρεται σαν ένας κομπαστικός όταν βρίσκεται με τους φίλους του
6. οικ, μτφ, πρχ τσαλα-πατημενο= σακατεμένος, -η, -ο, tiene la pata chula,
έχει το πόδι του σακατεμένο
7. εκφ, ponerse chulo, οικ, κάνω το μάγκα, ¡eh! conmigo no te pongas chulo!
με μένα μην κάνεις τον μάγκα!
ser más chulo que un ocho, μτφ, είναι πιο τσολιάς κι από 8= είναι πολύ υπερόπτης,
αλαζόνας, υπεροπτικός, -ή, -ό, αλαζονικός, -ή, -ό ή πολύ περιποιημένος, -ή, -ό άτομο
chulada 1. θ, πρχ τσολιάδα= κομπασμός, κομπορρημοσύνη, nadie soporta sus chuladas, κανείς δεν αντέχει τους κομπασμούς του
2. πράγμα όμορφο, γουστόζικο, ¡qué chulada de reloj!, τι μπιμπελό αυτό το ρολόι!
esta foto es una chulada, αυτή η φωτο είναι τρέλα,
el ramo de flores que le regaló era una chulada,
το μπουκέτο με τα λουλούδια που του έκανε δώρο ήταν μια ομορφιά
3. πράξη, λόγια σαν τσούλας, αυθάδεια, θρασύτητα, απρέπεια, χοντράδα, χυδαιότητα,
se lo reprochó con una chulada para mantener su fama de mujer de carácter,
τον αποδοκίμασε με μια αυθάδεια για να διατηρήσει την φήμη της γυναίκας με χαρακτήρα
4. μαγκιά ατόμων δρόμου
chulería 1. θ, σαν τσολιάς, πράξη, ομιλία, κίνηση με χάρη, αρχοντιά, μαγκιά, σιγουριά,
Me encanta su chulería cuando habla en público,
Mε γοητεύει η σιγουριά του όταν μιλάει δημόσια
2. πράξη ή λόγος σαν τσολιάς, αλαζονεία, υπεροψία, κομπασμός, καύχημα,
no soporto su chulería, δεν αντέχω την υπεροψία του,
tus chulerías no me impresionan, τα καυχήματα του δεν με εντυπωσιάζουν
3. νταηλίκι, no me gustan tus chulerías, δεν μου αρέσουν τα νταηλίκια σου
4. κάτι τσίλικο, που τραβάει το βλέμμα, ομορφιά, μπιμπελό, Ese coche es una chulería,
Aυτό το αμάξι είναι μια ομορφιά
5. σύνολο από τσολιάδες= μάγκες, νταήδες, la chulería del barrio, οι μάγκες της γειτονιάς
achularse 1. ραντ, πρχ τσολιάζω> φέρομαι σαν τσολιάς, αλαζόνας, υπερόπτης,
Desde que consiguió el trabajo, se ha achulado y habla a todos como si fuera su jefe,
Aπό τότε που πήρε την δουλειά, έχει γίνει τσολιάς και μιλά σε όλους σαν να ήταν ο διευθυντής τους
2. μτφ, μαγκεύω, Se achuló después de empezar a salir con sus nuevos amigos,
μάγκεψε αφ’ ότου άρχισε να βγαίνει με τους νέους φίλους του
3. επαίρομαι, κάνω τον καμπόσο, επιδεικνύομαι, σαν τσολιάς
4. μιλάω σαν τσούλα= γίνομαι αναιδής, ξεδιάντροπος, θρασύς, αποθρασύνομαι
achulado, da 1. ε, που φέρεται σαν τσούλα= άξεστος, -η, -o, αγενής, -ές, -ή
2. που μιλά σαν τσούλα, αναιδής, -ές, -ή, θρασύς, εία, -ύ, ξεδιάντροπος, -η, -o
3. μάγκικος, -η, -ο, lenguaje achulado, γλώσσα μάγκικη
4. που κινείται σαν τσολιάς= χαριτωμένος, -η, -o, αεράτος, -η, -ο
chulapo, pa, chulapón, ona 1. ε, σαν τσολιάς, επηρμένος, -η, -o, ματαιόδοξος, -η, -o,
2. α θ, Μαδριλένος, Μαδριλένα της λαϊκής τάξης
achulaparse 1. ραντ, achularse
achulapado, da 1. ε, achulado, da
2. α θ, ανάγωγος, -η, άξεστος, -η, es un chulapo, είναι ένας ανάγωγος
chulesco, ca 1. ε, πρχ τσούλ-ικος= αδιάντροπος, -η, -o, αυθάδης, -ης, -ες, θρασύς, -εία, -ύ
No soporto tu actitud chulesca, δεν αντέχω την ξεδιάντροπη στάση σου
2. των λαϊκών γειτονιών, el ambiente chulesco de Madrid,
το περιβάλλον των λαϊκών γειτονιών της Μαδρίτης
chuleta 1. ε, α θ, πρχ σαν τσουλ-ιτσα= αυθάδης, -ης, -ες, θρασύς, -εία, -ύ,
μάγκας, -ισσα του δρόμου, νταής, el portero de la discoteca es un chuleta,
ο πορτιέρης της ντισκοτέκ είναι ένας νταής
chulángano, na 1. ε, α θ, υτμ, με φέρσιμο, λόγια τσούλας ή τσολιά= μόρτικος, -η, -o, μόρτης, αλήτρα, νταής, αλητάμπουρας, κουμάσι, ψευτόμαγκας, -ισσα
chulé 1. α, οικ, μτφ, νόμισμα πέντε πεσέτων