ACCEDER

AC-CEDER= ΠΡΧ ΑΣ-ΣΕΔΕΡ> ΕΙΣ-ΟΔΕΥΩ ΠΡΟΣ, ΠΡΧ ΔΙΔΩ, ΠΡΧ ΑΞΕΣΟΥΑΡ, ΣΥΝ-ΟΔΕΙΑ ΣΕ ΚΑΤΙ,

ΡΙΖΑ ΘΕΔ> ΟΔΕΥΩ Ή ΔΙΔΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

accesorio πρχ αξεσουάρ> αυτό που πάει με κάτι άλλο

1. α, αξεσουάρ, Los accesorios del celular vienen en una caja aparte,

Τα αξεσουάρ κινητών τηλεφώνων διατίθενται σε ξεχωριστή συσκευασία

2. ανταλλακτικά, Los accesorios del auto están en el garaje,

Τα ανταλλακτικά του αυτοκινήτου βρίσκονται στο γκαράζ

accesorios 1. α πλ, αξεσουάρ ρούχων, soy bueno para combinar accesorios con mis prendas, είμαι καλή στο να συνδυάζω αξεσουάρ με τα ρούχα μου

accesorio, ria 1. ε, συμπληρωματικός, -ή, -ó, σαν αξεσουάρ,

gastos accesorios, συμπληρωματικά, πρόσθετα έξοδα

mueble accesorio, βοηθητικό έπιπλο

2. μτφ, δευτερεύων, -ουσα, -ον σε σημασία,

Omite los datos accesorios y cuéntanos un resumen de lo que sucedió,

Παραλείψτε τα δευτερεύοντα και πείτε μας μια περίληψη για το τι συνέβη

accesoria 1. θ, ατκ, βοηθητικό κτίσμα σαν αξεσουάρ, εφεδρική πτέρυγα

accesorias 1. θ πλ, ατκ, βοηθητικοί χώροι ή δωμάτια με δική τους είσοδο

accesorista 1. α θ, φροντιστής αξεσουάρ θεάτρου, πρχ αξεσορίστας

acceder πρχ ασ-σεδερ> εις οδεύω προς κάτι ή κινούμαι σαν αξεσουάρ, δίπλα σε κάτι

1. ρα, δέχομαι, συμφωνώ, le pidieron que prestara dinero pero no accedió,

του ζήτησαν να δανείσει χρήματα αλλά δεν δέχτηκε,

Los miembros de la mesa directiva accedieron al plan de reestructuración,

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου συμφώνησαν στο σχέδιο αναδιάρθρωσης

2. acceder a, εις οδεύω σε> αποκτώ, έχω πρόσβαση, βγαίνω από κάπου,

por esta puerta se accede al patio, από αυτή την πόρτα έχετε πρόσβαση στην αυλή

accede al estadio, έχει πρόσβαση στo στάδιο

Si no puedes acceder a la impresora compartida, pídele ayuda al administrador de la red,

Εάν δεν μπορείς να έχεις πρόσβαση στον κοινόχρηστο εκτυπωτή, ζήτησε βοήθεια από τον διαχειριστή του δικτύου σου

3. δέχομαι ή υποχωρώ σε κάτι, finalmente tuvo que acceder a nuestra propuesta,

τελικά χρειάστηκε να δεχτεί την δική μας πρόταση

acceso πρχ ας-σεσο> εις όδευση προς κάτι, πρόσβαση

1. α, είσοδος, el acceso está cerrado al público, η είσοδος είναι κλειστή για το κοινό

2. προσέγγιση, κοινωνικότητα, προσήνεια, που έχεις εύκολη πρόσβαση μαζί του,

con ella se puede hablar de todo, es una persona de fácil acceso,

με αυτή μπορείς να μιλήσεις για όλα, είναι ένα άτομο με εύκολη προσέγγιση

3. πρόσβαση, tiene acceso directo al ministro, έχει πρόσβαση άμεση στον υπουργό,

Prohibido el acceso a todo el personal no autorizado,

Απαγορεύεται η πρόσβαση σε όλα τα μη εξουσιοδοτημένα άτομα

Muy poca gente tiene acceso a dichos documentos,

Πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε τέτοια έγγραφα

4. προσπέλαση σε χώρο, φτάσιμο, faltan varios kilómetros para el acceso a meta,

λείπουν αρκετά χιλιόμετρα για την προσπέλαση στον στόχο

5. ψυχ, ιατ, πρχ ακσεσο> κρίση ή αξεσο> όξυνση= σωματική ή ψυχική κρίση,

tuve un acceso de celos al verla hablar con él,

είχα μια κρίση ζήλιας όταν την είδα να μιλάει μαζί του

6. ιατ, απότομη εμφάνιση συμπτώματος, acceso de fiebre, εμφάνιση πυρετού

acceso de tos, παροξυσμός βήχα

7. πλφ, πρόσβαση, προσπέλαση, la aplicación permite el acceso remoto a tu computadora, η εφαρμογή επιτρέπει την απομακρυσμένη πρόσβαση στον υπολογιστή σου

8. σνθ, acceso aleatorio, directo, secuencial, πλφ, τυχαία, άμεση, σειριακή προσπέλαση acceso carnal, λγτ, συνουσία σωματική

9. εκφ, tener acceso a algo, έχω πρόσβαση σε κάτι

accesible 1. ε, προσβάσιμος, -η, -o, una casa en un lugar poco accesible para los carros,

ένα σπίτι σε ένα μέρος που λίγο προσβάσιμο για αυτοκίνητα

zona accesible a pie, περιοχή προσβάσιμη στους πεζούς

2. μτφ, προσβάσιμος, -η, -o, una meta accesible, ένας στόχος προσβάσιμος

προσιτός, -ή, -ό, precio accesible, προσιτή τιμή

3. προσβάσιμο στο νου, κατανοητός, -ή, -ό, καταληπτός, -ή, -ό, προσιτός, -ή, -ό,

Este libro está escrito en un estilo muy accesible para niños pequeños,

Αυτό το βιβλίο είναι γραμμένο με ένα στιλ πολύ προσιτό για μικρά παιδιά

4. για άτομο, προσιτός, -ή, -ό, Aunque el escritor es famoso, es una persona muy accesible,

Αν και ο συγγραφέας είναι διάσημος, είναι ένα πολύ προσιτό άτομο

5. προσπελάσιμος, -η, -ο

accesibilidad 1. θ, προσβασιμότητα, δυνατότητα πρόσβασης,

no hay accesibilidad al túnel, δεν υπάρχει προσβασιμότητα στο τούνελ

inaccesible πρχ ανευ- εις όδευσης= α-προ-σβάσιμο

1. ε, για χώρο, απροσβάσιμος, -η, -ο, απρόσιτος, -η, -ο, απροσπέλαστος, -η, -ο

Los deslizamientos de tierra han hecho que la montaña sea inaccesible por la carretera,

Οι κατολισθήσεις έχουν καταστήσει ώστε το βουνό να είναι απρόσιτο μέσω του δρόμου

2. για άτομο, απρόσιτος, -η, -ο, δυσπρόσιτος, -η, -ο

El nuevo empleado parece serio e inaccesible,

Ο νέος υπάλληλος φαίνεται σοβαρός και απρόσιτος

3. για τιμή, κόστος, πράγμα, απρόσιτος, -η, -ο, απλησίαστος, -η, -ο, απαγορευτικός, -ή, -ό,

El costo de una educación universitaria es inaccesible para las personas de clase media,

Το κόστος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι απλησίαστο για τους ανθρώπους της μεσαίας τάξης

4. για έννοια, θέμα, ακατάληπτος, -η, -ο, ακατανόητος, -η, -ο

inaccesibilidad 1. θ, ανευ-προσβασιμότητας, απρόσιτο, απροσπέλαστο

inaccesiblemente 1. επρ, απρόσβατα, απρόσιτα

accesión 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του acceder

2. συγκατάθεση κάτι

3. πρόσβαση σε εξουσία

4. νομ, πρόσβαση

5. ιατ, εμφάνιση πυρετού

accésit 1. α, δεύτερο βραβείο, εύφημη μνεία, σαν αξεσουάρ

ancestro πρχ αντι-στρωτο> προ-στρωτο

1. α, πρόγονος, Nuestros ancestros creían en los dioses de la lluvia ancestral,

Οι πρόγονοι μας πίστευαν στους θεούς της βροχής

ancestral 1. ε, προγονικός, -ή, -ό,

neceser πρχ ανευ- εις όδευσης= δεν προχωρώ χωρίς αυτό ή νεσεσερ> αναγκαίο

1. α, νεσεσέρ, No te olvides de meter el cepillo de dientes en el neceser,

Μην ξεχάσεις να βάλεις την οδοντόβουρτσα στο νεσεσέρ σου

2. βαλιτσάκι καλλυντικών, el neceser de la maquilladora, το βαλιτσάκι της μακιγιέζ

necesidad πρχ αναγκαιότητα σε κάτι

1. θ, έλλειψη από κάτι, ανάγκη, χρεία, necesidades de alimentos,

ανάγκες από τρόφιμα

2. αναγκαιότητα, trabajar es una necesidad, να δουλεύεις είναι μια αναγκαιότητα,

Reconocemos la necesidad de reformas en el sistema escolar,

Αναγνωρίζουμε την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στο σχολικό σύστημα

3. ανάγκη σαν έλλειψη τροφής, πείνα, caerse de necesidad, πέφτει από πείνα

4. ανάγκη χρηματική, φτώχεια, ανέχεια, pasaban mucha necesidad,

πέρναγαν πολλή ανέχεια, φτώχεια

5. δύσκολη κατάσταση, ανάγκη, le atendió en aquella necesidad,

την φρόντισε σε εκείνη την ανάγκη

6. ορμή για κάτι, σαν ανάγκη, sentí la necesidad de decirle lo guapa que era,

ένιωσα την ανάγκη να της πω το πόσο όμορφη ήταν

7. σνθ, necesidad perentoria, πιεστική ανάγκη

8. εκφ, de primera necesidad, πρώτης ανάγκης

estar en la necesidad, βρίσκομαι σε οικονομική ανάγκη

haber necesidad de, υπάρχει ανάγκη για, no hay necesidad de que se lo digas,

δεν είναι ανάγκη να του το πεις

hacer de la necesidad virtud, κάνω την ανάγκη φιλότιμο

la necesidad carece de ley, πρμ, η ανάγκη στερείται νόμου= ανάγκαι και θεοί πείθονται

mortal de necesidad, μοιραίο σαν ανάγκη= μοιραίος, θανάσιμος,

una herida mortal de necesidad, μια θανάσιμη πληγή, ένα μοιραίο τραύμα

aburrimiento mortal de necesidad, θανάσιμη πλήξη

obedecer a la necesidad de, υπακούω στην ανάγκη να

por necesidad, από ανάγκη

sentir la necesidad de, νιώθω την ανάγκη να

sin necesidad de, χωρίς την ανάγκη να, χωρίς να είναι αναγκαίο να

tener necesidad de, έχω ανάγκη να

necesidades 1. θ πλ, ανάγκες

2. σνθ, necesidades básicas, βασικές ανάγκες

3. εκφ, hacer sus necesidades, κάνω την ανάγκη μου,

el niño ya ha aprendido a hacer sus necesidades en el váter,

το παιδί έχει ήδη μάθει κάνει την ανάγκη του στην τουαλέτα

pasar necesidades, περνάω κακουχίες, ταλαιπωρίες, φτώχεια, περνάω δυσκολίες,

Los refugiados pasaron muchas necesidades en el camino,

Οι πρόσφυγες πέρασαν πολλές κακουχίες στον δρόμο

necesario, ria 1. ε, αναγκαίος, -α, -o, χρειαζούμενος, -η, -o,

el agua es necesaria para la vida, το νερό είναι αναγκαίο για την ζωή

2. που δεν μπορεί να μην γίνει, αναγκαστικός, -ή, -ό, αναπόφευκτος, -η, -o,

la ruptura era necesaria, η ρήξη ήταν αναπόφευκτη

3. αναγκαίος, -α, -ο, χρήσιμο σε κάτι, es necesario que te distraigas un poco,

είναι αναγκαίο να αφαιρείσαι λιγάκι

4. εκφ, hacer necesario, καθιστώ αναγκαίο

no ser necesario, δεν είναι αναγκαίο, ανάγκη, δε χρειάζεται,

no es necesario que lo hagas, δεν είναι ανάγκη να το κάνεις

ser necesario, είναι αναγκαίο, απαραίτητο, πρέπει, χρειάζεται,

es necesario que hables con él, είναι αναγκαίο να μιλήσεις μαζί του

si es necesario, αν χρειαστεί, si es necesario iré, αν χρειαστεί, θα πάω

necesariamente 1. επρ, που πρέπει να γίνει, αναγκαστικά,

tiene que venir necesariamente, πρέπει να έρθει αναγκαστικά

innecesario, ria 1. ε, πρχ ανευ> μη-αναγκαίο= περιττός, -ή, -ό, άσκοπος, -η, -ο,

Use siempre el cinturón de seguridad para evitar riesgos innecesarios,

Να φοράτε πάντα τη ζώνη ασφαλείας σας για να αποφύγετε περιττούς κινδύνους

innecesariamente 1. επρ, περιττά, άσκοπα

necesitar πρχ έχω ανάγκη κάτι

1. ρμ, έχω ανάγκη κάτι ή κάποιον, χρειάζομαι, necesitas un corte de pelo,

χρειάζεσαι ένα κούρεμα στο μαλλί
te necesito, σε χρειάζομαι

Necesito canela para la tarta, Χρειάζομαι κανέλα για το κέικ

2. υποχρεούμαι να κάνω κάτι, πρέπει να, necesito ir cuanto antes,

πρέπει να πάω το συντομότερο δυνατό

Necesitan salir ya si quieren alcanzar su vuelo,

Πρέπει να φύγουν τώρα αν θέλουν να προλάβουν την πτήση τους

3. για κάτι που έχει ανάγκη από κάτι, χρειάζομαι, απαιτώ,

el libro necesita una buena corrección, το βιβλίο χρειάζεται μια καλή επιμέλεια

4. necesitar de, χρειάζομαι κάτι, κάποιον, necesito de ti, σε χρειάζομαι

necesito de tu ayuda, χρειάζομαι τη βοήθειά σου

5. εκφ, se necesita… ζητείται….

necesitado, da 1. ε, αναγκεμένος, -η, -ο, σε ανάγκη, χρεία, φουκαράς, -ριαρα, -ικο,

ενδεής, -ής, -ές, φτωχός, -ή, -ό, hay muchas personas necesitadas en las ciudades,

έχει πολλά φτωχά άτομα στις πόλεις,

una organización de voluntarios que cocina para la gente necesitada,

μια εθελοντική οργάνωση που μαγειρεύει για ανθρώπους που έχουν ανάγκη

2. α θ, για άτομο, αναγκεμένος, -η, που βρίσκεται σε ανάγκη

3. λογ, χρήζων, χρήζουσα βοήθειας, ayuda para los necesitados,

βοήθεια για τους χρήζοντας βοήθειας

4. εκφ, estar, andar necesitado de, έχω ανάγκη από,

están muy necesitados de ayuda humanitaria,

έχουν μεγάλη ανάγκη από ανθρωπιστική βοήθεια

ή δεν έχω, No pude lavar el coche porque ando necesitado de tiempo,

Δεν μπόρεσα να πλύνω το αυτοκίνητο επειδή δεν έχω χρόνο

ceder πρχ σεδερ> εις οδεύω ή θε-δερ> δίδω κάτι θεληματικά

1. ρμ, δίδω θεληματικά, παραχωρώ, εκχωρώ, υποχωρώ,

nos cedió su mesa, μας έδωσε, παραχώρησε το τραπέζι του

Le cedió las llaves del carro porque no estaba en condición para manejar,

Του έδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου επειδή δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει

La empresa cedió una manzana al municipio para la construcción de un parque,

Η εταιρεία παραχώρησε ένα οικόπεδο στον δήμο για την κατασκευή ενός πάρκου

2. χάνω, σαν να δίνω προβάδισμα, χώρο, θέση σε αντίπαλο,

el ciclista cedió seis minutos respecto del líder,

ο ποδηλάτης έδωσε, έχασε, υποχώρησε 6 λεπτά σχετικά με τον πρώτο

3. αθλ, δίνω πάσα, πασάρω, el portero cede el balón a su compañero,

o τερματοφύλακας δίνει τη μπάλα στον συμπαίκτη του

4. αθλ, cedieron a su delantero a un equipo griego,

έδωσαν, παραχώρησαν τον επιθετικό τους σε μια ομάδα ελληνική

5. ρα, για υλικό που υπο-δίδει σε πίεση, βάρος, υποχωρώ,

la puerta ha cedido, η πόρτα έχει υποχωρήσει

6. για άτομο, παρα-δίδω σε πίεση, υποχωρώ, no tenía razón y tuvo que ceder,

δεν είχε δίκιο και χρειάστηκε να υποχωρήσει,

cedió a sus peticiones, υποχώρησε στα αιτήματά του

7. υποχωρώ, μειώνομαι σε ένταση, la fiebre cedió, ο πυρετός υποχώρησε

ceder el temporal, υποχωρεί η καταιγίδα

El calor cedió un poco después de la tormenta,

Η ζέστη υποχώρησε λίγο μετά την καταιγίδα

8. αθλ, υπο-δίδω σε κάποιον= χάνω, mi equipo cedió ante el líder por 0 a 2,

η ομάδα μου έχασε 0-2 από την πρωτοπόρο

9. αθλ, δίνω πάσα

10. για άτομο, πράγμα, υστερώ σε κάτι, la isla menor no cede a la mayor en belleza,

το μικρό νησί δεν υστερεί στο μεγάλο σε ομορφιά

11. για κάτι που οδεύει > δίνει πλεονέκτημα, όφελος σε κάποιον,

la medida cederá en beneficio de los ciudadanos,

το μέτρο θα οδεύσει> δώσει όφελος, θα είναι υπέρ των πολιτών

12. εκφ, ceda el paso, παραχωρήστε το βήμα, προτεραιότητα

cesión πρχ θεσιον> παρα-θεσιν> θεληματικό δόσιμο

1. θ, παραχώρηση, εκχώρηση, μεταβίβαση, Ovidio mandó redactar un documento para la cesión de su biblioteca a la escuela de su pueblo, Ο Οβίδιος διέταξε τη σύνταξη εγγράφου για τη εκχώρηση της βιβλιοθήκης του στο σχολείο της πόλης του,

cesión de la corona al primogénito, εκχώρηση του στέμματος στον πρωτότοκο

2. αθλ, για παίκτες, παραχώρηση

3. αθλ, μεταβίβαση μπάλας, πάσα

4. σνθ, cesión de bienes, de cuotas, de tierras,

νομ, μεταβίβαση αγαθών, δικαιωμάτων, ποσοστών, γης

cesionario, ria 1. α θ, νομ, για άτομο, οντότητα, που λαμβάνει παραχώρηση, εκδοχέας, δικαιούχος

cesionista 1. α θ, νομ, που δίνει αγαθά, εκχωρητής, -ια, μετα-βιβάζων, -ουσα

cesible 1. ε, νομ, που δίδεται, μεταβιβάσιμος, -η, -ο

conceder πρχ κον-θεδερ> συν-δίδω ή καθ-οδεύω προς κάποιον ένα πράγμα

1. ρμ, παρέχω, παραχωρώ, εκχωρώ προνόμιο, άσυλο, δίνω,

El gobierno concederá 1.000 permisos de trabajo para inmigrantes,

η κυβέρνηση θα παραχωρήσει 1000 άδειες εργασίας για μετανάστες

me han concedido una semana de vacaciones,

μου έχουν δώσει μια βδομάδα διακοπών

el presidente concedió una entrevista, ο πρόεδρος παραχώρησε συνέντευξη

2. χορηγώ, παρέχω ανταμοιβή, αποζημίωση για κάτι

3. απονέμω βραβείο, τιμή, υποτροφία

4. δίνω σημασία, αξία σε κάτι, no concedí importancia a aquel suceso,

δεν έδωσα σημασία σε εκείνο το συμβάν

5. συν-δίδω την γνώμη μου σε κάτι, συμφωνώ, el juez concedió con la cabeza,

ο δικαστής συμφώνησε με το κεφάλι του

6. παραδέχομαι, concedo que intentar correr un maratón sin entrenarme fue mala idea,

παραδέχομαι ότι το να προσπαθήσω να τρέξω έναν μαραθώνιο χωρίς να προπονηθώ ήταν κακή ιδέα

concesión 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του conceder, παραχώρηση,

Logramos hacer el trato sin hacer ningún tipo de concesiones,

Καταφέραμε να κάνουμε τη συμφωνία χωρίς να κάνουμε καμία παραχώρηση

2. συμβόλαιο για παραχώρηση, εκχώρηση, concesión de una mina,

παραχώρηση ενός ορυχείου

3. νομ, συμβόλαιο για παραχώρηση, εκχώρηση δικαιωμάτων, εκμετάλλευσης προς κάποιον, φραντσάιζινγκ, δικαιόχρηση,

la concesión de nuestra empresa en Madrid ha tenido gran éxito,

το φραντσάιζινγκ της δικής μας εταιρίας στην Μαδρίτη έχει μεγάλη επιτυχία

4. απονομή βραβείου, μεταλλίου, la concesión del trofeo al nuevo ganador,

η απονομή του τροπαίου στον νέο νικητή

5. παροχή, χορήγηση αδείας, προνομίου, δανείου, δικαίωμα, προνόμιο,

La empresa obtuvo la concesión para fabricar su producto en nuestro país,

Η εταιρεία απέκτησε την άδεια να κατασκευάζει το προϊόν της στη χώρα μας

El banco me negó la concesión del préstamo,

Η τράπεζα μου αρνήθηκε την χορήγηση δανείου

6. παροχή, χορήγηση χάρης, ασύλου, βίζας

7. εκφ, hacer concesiones a alguien, κάνω παραχωρήσεις σε κάποιον

sin concesiones, χωρίς παραχωρήσεις, καμία παραχώρηση

concesionario, ria 1. ε, α θ, για άτομο, εταιρία, που αναφέρεται σε ανάδοχο, ανάδοχος, παραχωρησιούχος, -α, -ο

concesionario 1. α, αντιπρόσωπος αυτοκινήτων

concesivo, va 1. ε, γρμ, παραχωρητικός, -ή, -ó

concesible 1. ε, χορηγήσιμος, -ο, -η, παραχωρήσιμος, -ο, -η

concedente 1. ε, εκχωρητικός, -ή, -ό, παραχωρητικός, -ή, -ό

exceder πρχ εξ-θεδερ> εξ-οδεύω= κινούμαι έξω από τα όρια ή έξω-θέτω

1. ρμ, υπερβαίνω, ξεπερνώ σε μέγεθος, δυνατότητα, όριο,

exceder el límite de velocidad, υπερβαίνω το όριο ταχύτητας

este precio excede nuestro presupuesto, αυτή η τιμή υπερβαίνει τον προϋπολογισμό μας,

La maleta excede las medidas que permite la aerolínea,

Η βαλίτσα υπερβαίνει τις διαστάσεις που επιτρέπονται από την αεροπορική εταιρεία

2. ξεπερνώ σε προσόν, este jugador nos excede en talento,

αυτός ο παίκτης μάς ξεπερνά σε ταλέντο

3. ρα, exceder de, υπερβαίνω, ξεπερνώ από ένα όριο,

el fichaje excede del millón de euros, η μεταγραφή ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ

Los comentarios no pueden exceder de 140 caracteres,

Τα σχόλια δεν μπορούν να υπερβαίνουν τους 140 χαρακτήρες

4. ραντ, υπερβαίνω το λογικό ή νόμιμο όριο σε κάτι, υπερβάλλω, παρακάνω,

no te excedas con el vino, μην το παρακάνεις με το κρασί

5. excederse en, υπερβαίνω, κάνω κατάχρηση, παρακάνω, περνάω το όριο σε,

excederse en sus funciones, υπερβαίνω τις αρμοδιότητές μου

Pedro se ha excedido en sus comentarios sobre el aspecto de Luisa

Ο Πέδρο το παράκανε στα σχόλιά του για την εμφάνιση της Λουΐζα

exceso πρχ εξ-όδευση από τα όρια

1. α, περίσσεια, πλεονάζουσα παραγωγή, πλεόνασμα,

Vendimos el exceso de la producción a precio de coste,

Πουλήσαμε την πλεονάζουσα παραγωγή σε τιμή κόστους

2. κατάχρηση, υπερβολή, si sigues cometiendo excesos con la comida vas a enfermar,

Αν συνεχίσεις να κάνεις καταχρήσεις με το φαγητό, θα αρρωστήσεις

3. σνθ, exceso de equipaje, υπέρβαρες αποσκευές

exceso de velocidad, υπέρβαση του ορίου ταχύτητας

exceso de poder, κατάχρηση εξουσίας

un exceso de peso, υπέρ-βαρο

4. εκφ, cometer excesos en algo, κάνω καταχρήσεις κάποιου πράγματος

cometer un exceso, κάνω κατάχρηση,

mejor pecar por exceso que por defecto,

καλύτερα να περισσεύουν παρά να μη φτάνουν

en exceso, υπερβολικά, bebía en exceso, έπινε υπερβολικά

Sus comentarios no muestran un exceso de confianza sino arrogancia,

Τα σχόλιά του δεν δείχνουν υπερβολική αυτοπεποίθηση αλλά αλαζονεία

por exceso, εκφ, ε, καθ’ υπερβολήν

y otros excesos, οικ, και άλλες υπερβολές, για να τονίσεις το λεγόμενο σαν λάθος, υπερβολικό σαν αποδοκιμαστέο

excesivamente 1. επρ, υπερβολικά, υπέρμετρα, has bebido excesivamente,

έχεις πιει υπερβολικά

excesivo, va 1. ε, υπερβολικός, -ή, -ό, υπέρμετρος, -η, -o,

precios excesivos, υπερβολικές τιμές

no tiene excesiva gracia, δεν είναι και πολύ αστείο

excedencia πρχ εξ-όδευση για κάποια αιτία

1. θ, άδεια για υπάλληλο,

2. άδεια, διαθεσιμότητα για δημόσιο υπάλληλο, καθηγητή

3. σνθ, excedencia por enfermedad, αναρρωτική άδεια

excedencia por maternidad, paternidad, άδεια μητρότητας, πατρότητας

excedencia voluntaria, άδεια βουλητική= για προσωπικούς λόγους

4. εκφ, pedir la excedencia, αιτούμαι, ζητώ άδεια

excedentario, ria 1. ε, πλεονασματικός, -ή, -ό

excedente 1. ε, πλεονασματικός, -ή, -ó, περίσσιος, -α, -ο, πλεονάζων, -ουσα, -ον,

El sastre utilizó el material excedente para hacer una corbata,

Ο ράφτης χρησιμοποίησε το περίσσιο ύφασμα για να φτιάξει μια γραβάτα,

La empresa vendió el stock excedente a un precio rebajado,

Η εταιρεία πούλησε το πλεονάζον απόθεμα σε μειωμένη τιμή

2. για δημόσιο υπάλληλο, καθηγητή, σε διαθεσιμότητα

3. εκφ, estar declarado excedente, είμαι σε διαθεσιμότητα

estar excedente, σε άδεια, Dos empleados de la sucursal de Barcelona están excedentes,

Δύο υπάλληλοι στο υποκατάστημα της Βαρκελώνης βρίσκονται σε άδεια

excedente πρχ εξ-οδεύων από όρια

1. α, εμπ, πλεόνασμα, los excedentes agrícolas se exportan a bajo precio,

Τα γεωργικά πλεονάσματα εξάγονται σε χαμηλές τιμές

2. σνθ, excedente comercial, εμπορικό πλεόνασμα

excedente de producción, εμπ, πλεόνασμα παραγωγής

excedentes agrícolas, γεωργικά πλεονάσματα

excedente de cupo, στρ, απαλλαγμένος από στρατιωτική θητεία με κουπόνι= κλήρωση

sobreexceder, sobrexceder 1. ρμ, πρχ υπερ-βαίνω κάποιον, ξε-περνώ,

tus fuerzas sobrexceden a las mías, οι δυνάμεις σου ξεπερνούν τις δικές μου

sobreexcedente, sobrexcedente 1. ε, υπερ-βαίνων, -ον, -ουσα

interceder 1. ρα, πρχ ενδ-οδεύω για κάποιον= παρ-εμβαίνω, μεσο-λαβώ,

intercedió por su hermana, μεσολάβησε για την αδερφή του,

2. interceder por, μεσολαβώ για, υπέρ, habló con mi madre e intercedió por mí,

μίλησε με την μητέρα μου και μεσολάβησε υπέρ μου

intercesión 1. θ, πρχ ενδ-όδευση= (δια)μεσολάβηση, παρέμβαση, μεσιτεία

intercesor, ra 1. ε, (δια)μεσολαβητικός, -ή, -ó

2. α θ, δια-μεσο-λαβητής, -ια, μεσάζοντας, μεσάζων

intercesoriamente 1. επρ, κατόπιν μεσολάβησης

preceder πρχ προ-οδεύω σε κάτι, προ-β-αδίζω, κινούμαι πριν σε χρόνο, χώρο, σειρά

1. ρμ, προηγούμαι, el lunes precede al martes, η Δευτέρα προηγείται της Τρίτης

El profesor que me precedió era muy bueno,

Ο καθηγητής που προηγήθηκε από εμένα ήταν πολύ καλός

Tal y como lo predijeron los economistas, la recesión precedió a la guerra,

Όπως ακριβώς το προέβλεψαν οι οικονομολόγοι, η ύφεση προηγήθηκε του πολέμου

En chino mandarín, el apellido precede al nombre de pila,

Στα μανδαρινικά κινέζικα, το επώνυμο προηγείται του δοθέντος ονόματος

2. έχω προτίμηση, προτεραιότητα σε κάτι, σαν να προηγείται,

la literatura precede al resto de sus intereses,

η λογοτεχνία προηγείται στο υπόλοιπο από τα ενδιαφέροντα του

3. προηγούμαι σε σημασία, En mi familia, la opinión de mi abuelo precede la de los demás,

Στην οικογένειά μου, η γνώμη του παππού μου προηγείται όλων των άλλων

precedencia 1. θ, προτεραιότητα, si no hay plazas, daremos precedencia a los ancianos,

Αν δεν υπάρχουν θέσεις, θα δώσουμε προτεραιότητα στους ηλικιωμένους

2. προηγούμενο χρονικό σε συμβάν, la precedencia de su fuga lo anula como sospechoso,

Το προηγούμενο της απόδρασης του τον ακυρώνει ως ύποπτο

3. πρωτεία, πρωτοκαθεδρία σε θέση, αξίωμα

precedente 1. ε, σε σειρά, χώρο, προηγούμενος, -η, -o,

en las reuniones precedentes, στις προηγούμενες συγκεντρώσεις

2. σε χρόνο, προηγούμενος, -η, -o, los días precedentes a éste,

οι ημέρες προηγούμενες σε αυτή

3. εκφ, sentar un precedente, σετάρω= δημιουργώ προηγούμενο

precedente 1. α, προηγούμενο, sabía cómo reaccionaría el paciente, porque había precedentes, Ήξερα πώς θα αντιδρούσε ο ασθενής, επειδή υπήρχαν προηγούμενα

2. νομ, δικαστικό προηγούμενο, νομολογία,

la sentencia sentó precedente en la legislación internacional,

η απόφαση δημιούργησε προηγούμενο στην διεθνή νομοθεσία

precesión 1. θ, λγτ, σε ρητορική, ελλειπτική φράση, σαν προ-όδευση νοήματος

2. αστρ, πρχ παρ-όδευση= μετάπτωση, εκτροπή

3. σνθ, precesión de los equinoccios, αστρ, μετάπτωση, εκ-τροπή ισημεριών

proceder πρχ προ-οδεύω = πως φέρομαι, κινούμαι

1. α, συμπεριφορά, διαγωγή, στάση, τρόπος που ενεργώ,

su proceder es intachable, η συμπεριφορά του είναι άψογη

no me parece correcto su proceder en este asunto,

Δεν μου φαίνεται σωστή η στάση του σε αυτό το θέμα

La duquesa elogió el buen proceder de su siervo,

Η Δούκισσα επαίνεσε την καλή συμπεριφορά της υπηρέτριάς της

proceder πρχ προ-οδεύω

1. ρα, προχωρώ> τρόπος που ενεργώ, ενεργώ, procura proceder con justicia,

φρόντισε να ενεργήσεις με δικαιοσύνη, δίκαια

Hay que proceder con cautela cuando vigilas a un sospechoso,

Πρέπει να ενεργείς με προσοχή όταν παρακολουθείς έναν ύποπτο

La prensa debe proceder con responsabilidad,

Ο Τύπος πρέπει να ενεργεί υπεύθυνα

ή συμπεριφέρομαι, Era un hombre amable, aunque procedía de forma extraña,

Ήταν ένας ευγενικός άνθρωπος, αν και συμπεριφερόταν περίεργα

2. πρχ να οδεύει κάτι λογικά, σωστά= συμφέρει, είναι σωστό, καλό, ορθό, πρέπει,

no procede que me lo cuentes aquí, δεν συμφέρει να μου το διηγηθείς εδώ,

Ya ha empezado la función y procede guardar silencio,

Η παράσταση έχει ήδη ξεκινήσει και πρέπει να υπάρξει σιωπή

3. νομ, είμαι νομικά βάσιμος, είναι σωστό, según las normas lo que procede es la expulsión,

Σύμφωνα με τους κανόνες, αυτό που είναι σωστό είναι η αποβολή

4. proceder a, αρχίζω να κάνω κάτι, προχωρώ σε, procedieron a contar los votos,

προχώρησαν προς να μετρήσουν τους ψήφους

La anciana procedió entonces a prepararles algo de comer,

Η ηλικιωμένη γυναίκα άρχισε τότε να ετοιμάζει κάτι για να φάνε,

ή νομ, Hemos decidido no proceder a la adquisición de la sociedad,

Αποφασίσαμε να μην προχωρήσουμε στην εξαγορά της εταιρείας

5. proceder contra, νομ, προοδεύω κόντρα= ασκώ ποινική δίωξη κατά,

Existen pruebas suficientes para proceder contra este individuo,

Υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να ασκήσω ποινική δίωξη κατά αυτού του ατόμου

6. proceder de, προ-οδεύω= προέρχομαι από, esta palabra procede del griego,

αυτή η λέξη προέρχεται από τα Ελληνικά,

la mayoría de los libros proceden de un monasterio,

οι πλειοψηφία των βιβλίων προέρχονται από ένα μοναστήρι

για άτομο, κατάγομαι από, nuestra familia procede de Grecia,

η οικογένειά μας κατάγεται από την Ελλάδα

για τρένο, αεροπλάνο, έρχομαι από, el avión procede de París,

το αεροπλάνο έρχεται από Παρίσι

7. εκφ, según proceda, νομ, κατά περίπτωση, αναλόγως

si procede, εφόσον κριθεί αναγκαίο

procedimiento πρχ προ-όδευμα, πως προχωρά κάτι

1. α, διαδικασία, μέθοδος ¿Me explicas cuál es el procedimiento a seguir para calcular el impuesto sobre los sueldos? Μου εξηγείς ποια είναι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσω για να υπολογίσω τον φόρο μισθοδοσίας;

2. νομ, διαδικασία, δικονομία

3. πράξη του proceder

procedimental 1. ε, διαδικαστικός, -ή, -ό, Surgieron problemas de carácter procedimental,

Προέκυψαν προβλήματα διαδικαστικού χαρακτήρα

procedencia πρχ πρχ προ-όδευση

1. θ, προέλευση ατόμου, πράγματος, εκπόρευση, la procedencia del virus,

η προέλευση του ιού

su familia es de procedencia irlandesa, η οικογένεια του είναι με προέλευση ιρλανδική

2. προέλευση οχήματος, el tren con procedencia de Burgos entra por la vía una,

το τρένο με προέλευση απο Μπούργος μπαίνει δια της οδού ένα

3. να οδεύει σωστά, λογικά για την περίσταση, στιγμή, καταλληλότητα, συνάφεια,

ese comentario no tiene procedencia en este momento,

αυτό το σχόλιο δεν έχει συνάφεια σε αυτή την στιγμή

4. νομ, βάσιμο, el juez examinará la procedencia del recurso,

ο δικαστής θα εξετάσει το βάσιμο της πηγής, πληροφορίας

procedente 1. ε, προερχόμενος, -η, -o, καταγόμενος, -η, -ο,

dinero procedente del narcotráfico, χρήμα προερχόμενο από το εμπόριο ναρκωτικών

2. για τρένο, αεροπλάνο, προερχόμενος, -η, -o, el vuelo procedente de Atenas,

η πτήση προερχόμενη από Αθήνα

ή για πράγμα, προϊόν, προερχόμενος, -η, -o, productos procedentes de Grecia,

προϊόντα προερχόμενα από Ελλάδα

3. σωστός, -ή, -ό, ορθός, -ή, -ό, κατάλληλος, -η, -o,πρέπων, -ουσα, -ον,

sus apreciaciones no son procedentes, οι εκτιμήσεις του δεν είναι σωστές

Los métodos que utilizaron para recaudar fondos no fueron procedentes,

Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν για να συγκεντρώσουν χρήματα δεν ήταν σωστές

Su comportamiento en la rueda de prensa no me pareció procedente,

Η συμπεριφορά του στη συνέντευξη Τύπου δεν μου φάνηκε πρέπουσα

4. νομ, βάσιμος, -η, -ο, νόμιμος, -η, -ο, αποδεκτός, -ή, -ό, έγκυρος, -η, -ο,

El juez consideró que la demanda era procedente,

Ο δικαστής έκρινε ότι η αγωγή ήταν αποδεκτή

Violó la cláusula de confidencialidad, por lo que su despido fue procedente,

Παραβίασε τη ρήτρα εμπιστευτικότητας, επομένως η απόλυση του ήταν νόμιμη

improcedente πρχ μη-προ-οδεύων= μη σωστό

1. ε, ακατάλληλος, -η, -o, άτοπος, -η, -o, Contar un chiste en una reunión de negocios es improcedente, Το να λες ένα αστείο σε μια επαγγελματική συνάντηση είναι ακατάλληλο

2. νομ, αβάσιμος, -η, -o, μη αποδεκτός, -ή, -ό,

Las pruebas presentadas por el fiscal en el juicio eran improcedentes,

Τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσίασε ο εισαγγελέας στη δίκη ήταν μη αποδεκτά

improcedencia 1. θ, ακαταλληλότητα, απαράδεκτο

proceso πρχ προ-θεσο> προ-θέση> σύνολο θέσεων ή προ-όδευση σε κάτι

1. α, διαδικασία, μέθοδος, διεργασία σε κάτι, el proceso de fabricación del vino,

η μέθοδος διεργασίας, παρασκευής του οίνου

El proceso es automático y tarda menos de 24 horas,

Η διαδικασία είναι αυτόματη και διαρκεί λιγότερο από 24 ώρες

2. ιατ, εξέλιξη, πορεία, la enfermedad sigue su proceso normal,

η αρρώστια ακολουθεί την νορμάλ εξέλιξη

3. νομ, δίκη, αγωγή, ποινική δίωξη, σαν προ-όδευση φάσεων

4. πλφ, επεξεργασία δεδομένων

5. ανα, απόφυση, σαν απ-όδευση

6. παρ-έλευση χρονική, διάστημα, en el proceso de un mes han sucedido muchas cosas,

Μέσα στο διάστημα ενός μηνός έχουν συμβεί πολλά πράγματα

7. σνθ, proceso autonómico, πολ, ιστ, διαδικασία οργάνωσης της Ισπανίας σε αυτοδιοικούμενες περιφέρειες

8. εκφ, levantar un proceso, νομ, εγείρω αγωγή, υποβάλλω μήνυση

procesar πρχ να προ-οδεύσω κάτι με στάδια, φάσεις

1. ρμ, επεξεργάζομαι προϊόντα, en esta sección se procesa la celulosa,

σε αυτή την φάση επεξεργάζεται η ζελατίνη

2. νομ, απαγγέλλω κατηγορία, διώκω ποινικά, le procesaron por delitos fiscales,

τον εδίωξαν ποινικά λόγω οικονομικών αδικημάτων

3. πλφ, τχν, επεξεργάζομαι, La cámara tiene un programa que procesa la imagen,

Η κάμερα διαθέτει ένα πρόγραμμα που επεξεργάζεται την εικόνα

procesado, da 1. ε, α θ, πρχ προ-οδευόμενος σε δίκη, κατηγορία= εναγόμενος, -η, -o, κατηγορούμενος, -η, -o, υπόδικος, -η, -ο, El procesado fue condenado injustamente,

Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε άδικα

2. ε, επεξεργασμένος, -η, -ο, los productos procesados, τα επεξεργασμένα προϊόντα

procesador 1. α, πλφ, επεξεργαστής

2. σνθ, procesador de textos, επεξεργαστής κειμένου

coprocesador 1. α, πλφ, συν-επεξεργαστής

2. σνθ, coprocesador matemático, μαθηματικός συνεπεξεργαστής.

microprocesador 1. α, πλφ, μικρο-επεξεργαστής

multiprocesador 1. ε, α, πολυ-επεξεργαστικός, -ή, -ό, πολυ-επεξεργαστής

multiproceso 1. α, πλφ, πολυεπεξεργασία

procesal 1. ε, νομ, διαδικαστικός, -ή, -ó

procesamiento 1. α, νομ, ποινική δίωξη

2. πλφ, επεξεργασία

3. σνθ, procesamiento de datos, de textos, επεξεργασία δεδομένων, κειμένου procesamiento del lenguaje natural, επεξεργασία φυσικής γλώσσας

procesión πρχ προ-όδευση ή προ-θεσιον> προ-θεση σαν σειρά από θέσεις

1. θ, για χρόνο, πάροδος, παρέλευση, πέρασμα, la procesión de los años,

η παρέλευση των ετών

2. οικ, σειρά από άτομα ή ζώα που κινούνται προς κάπου, σειρά, παρέλαση, πομπή, πορεία,

procesión de las hormigas, σειρά από μυρμήγκια,

una procesión de elefantes, μια παρέλαση ελεφάντων

una procesión de turistas seguía al guía, μια σειρά από τουρίστες ακολουθούσε τον ξεναγό

El líder de la oposición guió a la procesión de manifestantes hacia el ayuntamiento,

Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης οδήγησε την πορεία των διαδηλωτών προς το δημαρχείο

3. θρη, εκπόρευση Αγίου Πνεύματος

4. θρη, σύνολο ατόμων σε λιτανεία

ή λιτάνευση, λιτανεία, περιφορά, La procesión sale de la iglesia y va hasta la plaza mayor,

Η περιφορά φεύγει από την εκκλησία και πάει μέχρι την κεντρική πλατεία

5. εκφ, ir, andar la procesión por dentro, πάει, η ψυχούλα μου το ξέρει, υποφέρω από μέσα,

no da muestras de tristeza, pero la procesión va por dentro,

δε δίνει σημάδια στεναχώριας, αλλά η ψυχούλα του το ξέρει

repicar y estar en la procesión, οικ, να περι-πικάρεις και να στέκεις στην προ-όδευση=

δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα μαζί, δε χωρούν δυο καρπούζια σε μια μασχάλη

procesionario 1. α, θρη, ευχολόγιο λιτανειών, λιτάνιος υμνωδία

procesional 1. ε, λιτανευτικός, -ή, -ό

2. κινούμενος, -η, -ο σε σειρά

procesionalmente 1. επρ, στη σειρά

procesionaria 1. θ, ζωλ, λιτανεύουσα της πεύκης ή της δρυός,

πιτυοκάμπη

retroceder πρχ ρετρο> οπισθ-οδεύω, πάω προς τα πίσω

1. ρα, στο χώρο, οπισθοχωρώ, κάνω πίσω, retroceder un paso, κάνω ένα βήμα πίσω

2. μτφ, στο χρόνο, γυρίζω πίσω στον χρόνο, ανατρέχω,

para comprender los hechos, hay que retroceder al siglo pasado,

για να καταλάβεις τα γεγονότα πρέπει να ανατρέξεις στον περασμένο αιώνα

3. μτφ, οπισθοχωρώ, υποχωρώ απέναντι σε κίνδυνο, εμπόδιο, σε κάτι,

no retrocede ante nada, δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα

Ella presentó un argumento sólido y él decidió retroceder en su decisión,

Αυτή παρουσίασε ένα αδιάσειστο επιχείρημα και εκείνος αποφάσισε να υποχωρήσει στην απόφαση του

4. οκν, υποχωρώ για αξίες χρηματιστηρίου

5. στρ, οπισθοχωρώ

retrocesión 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του retroceder

2. νομ, επ-αν-όδευση= επανεκχώρηση δικαιώματος, αγαθού

retroceso 1. α, σε χώρο, οπισθοχώρηση,

ή στρ, υποχώρηση, Después de perder la batalla, el comandante ordenó el retroceso,

Αφού έχασε τη μάχη, ο διοικητής διέταξε υποχώρηση

2. επαναφορά σε γραφομηχανή

3. μτφ, σε χρόνο, αναδρομή

4. μτφ, υποχώρηση, επιστροφή σε αρχικό στάδιο, οπισθοδρόμηση, καθυστέρηση,

El rechazo del proyecto de ley representa un grave retroceso para el país,

Η απόρριψη του νομοσχεδίου αντιπροσωπεύει μια σοβαρή οπισθοδρόμηση για τη χώρα

Debido a problemas de presupuesto, el proyecto ha tenido un retroceso,

Λόγω προβλημάτων προϋπολογισμού, το έργο έχει υποστεί μια καθυστέρηση

5. ιατ, επιδείνωση, Desafortunadamente, la salud del paciente tuvo un retroceso,

Δυστυχώς, η υγεία του ασθενούς είχε μια επιδείνωση

6. τχν, επαναπροώθηση πιστονιού

7. τράβηγμα σε χτύπημα μπάλας στο μπιλιάρδο

8. τίναγμα όπλου σε εκπυρσοκρότηση, ανάκρουση,

El retroceso del cañon derribó al soldado que lo disparó,

Η ανάκρουση του κανονιού έριξε κάτω τον στρατιώτη που το πυροβόλησε

receso πρχ περι-όδευση σε κάτι ή παρα-θεση> αφήνω στην άκρη

1. θ, παύση σε δραστηριότητα, διάλειμμα, ανα-στολή σε κάτι, διακοπή

a las doce habrá un receso, στις 12.00 θα έχει ένα διάλειμμα

2. παρ-όδευση σε κάτι, χώρισμα, el camino sufre un receso y se bifurca,

ο δρόμος έχει ένα χώρισμα και κάνει διχάλα

recesión 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του retroceder

2. μείωση δραστηριότητας σε κάτι, κάμψη

3. οκν, ύφεση A causa de la recesión, muchas empresas cerraron y se perdieron miles de puestos de trabajo, Λόγω της ύφεσης, πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν και χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν

recésit 1. α, άδεια απουσίας, απαλλαγή από καθήκον

recesivo, va 1. ε, βιο, λανθάνων, -ουσα, -ον, υποστατικός,-ή, -ό, που περι-οδεύει κρυφά

2. οκν, υποχωρητικός, -ή, -ό, υφεσιακός, -ή, -ό, σε ύφεση

secesión 1. θ, πολ, απόσπαση, απόσχιση εδάφους, λαού από κράτος,

σαν απ-όδευση από κάτι ή σε-θεσιον> κσε-θεση> από-θεση

2. εκφ, la Guerra de Secesión, ιστ, o Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος

secesionismo 1. α, πρχ απ-οδευσισμός= τάση πολιτικής απόσχισης

secesionista 1. ε, α, θ, αποσχιστικός, -ή, -ό, οπαδός απόσχισης

absceso 1. α, ιατ, πρχ αμπ-σεσο ή αμπ-θεσο= απόστημα

deceso 1. α, πρχ δι-όδευση σε άλλη ζωή= θάνατος

predecesor, ra 1. α θ, προ-κάτοχος

suceso πρχ σου-κσε-σο> σου-ξε= επιτυχία

ή σου-θεσο> συν-θεση> συν-όδευση γεγονότων= συμβάν

1. α, συμβάν, γεγονός, περιστατικό, la muerte es un suceso triste,

ο θάνατος είναι ένα γεγονός λυπηρό

en el lugar del suceso, o τόπος του συμβάντος ή μέρος δυστυχήματος

2. συν-όδευση χρονική= παρέλευση χρόνου

3. σουξέ= επιτυχία σε κάτι

4. ατύχημα, δυστύχημα, El suceso dejó cinco heridos, Το ατύχυμα άφησε 5 τραυματίες

5. α πλ, τυπ, συμβάντα σε στήλη περιοδικού, εφημερίδας

suceder 1. ρ απρ, πρχ συν-οδεύω γεγονότα= συμβαίνω,

¿Qué sucedió en aquella fiesta? Τι συνέβη σε εκείνο το πάρτι;

¿qué sucede aquí? τι συμβαίνει εδώ;

lo peor que nos puede suceder es que…, το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί είναι να… eso sucede a menudo, αυτό συμβαίνει συχνά

2. ρμ, πρχ συν-οδεύω κάτι= διαδέχομαι σε σειρά, ακολουθώ, επακολουθώ,

a marzo sucede abril, τον Μάρτη διαδέχεται ο Απρίλης

3. διαδέχομαι σε θέση, αξίωμα, su hijo le sucederá en la dirección,

ο γιός του θα τον διαδεχτεί στην διεύθυνση

4. κληρονομώ αγαθά σαν διάδοχος, sucedió a su padre, κληρονόμησε τον πατέρα του

sucedido 1. α, συμβάν, γεγονός, περιστατικό, aunque parezca un chiste, es un sucedido, ακόμα κι αν φανεί ένα αστείο, είναι γεγονός

sucesión πρχ συν-όδευση από κάτι

1. θ, σειρά από κάτι, El testigo dijo que escuchó una sucesión de disparos y llamó a la policía,

Ο μάρτυρας είπε ότι άκουσε μια σειρά από πυροβολισμούς και κάλεσε την αστυνομία

2. διαδοχή σε αξίωμα ή θέση, la sucesión al trono, η διαδοχή στον θρόνο

3. διάδοχος γενιάς= απόγονος, murió sin sucesión, πέθανε χωρίς να αφήσει απογόνους

4. νομ, κληρονομιά, διαδοχή αγαθών, Los hermanos se pelearon por la sucesión,

Τα αδέρφια μάλωσαν για την κληρονομιά

derechos de sucesión, δικαιώματα διαδοχής

5. μαθ, ακολουθία

6. σνθ, sucesión convergente, divergente, μαθ, συγκλίνουσα, αποκλίνουσα ακολουθία sucesión intestada, testada, universal, νομ, εξ αδιαθέτου, εκ διαθήκης, καθολική διαδοχή

sucesor, ra 1. ε, διαδοχικός, -ή, -ό

2. κληρονομικός, -ή, -ό

3. α θ, διάδοχος σε θέση, λειτουργία

4. κληρονόμος

sucesorio, ria 1. ε, διαδοχικός, -ή, -ό, διαδοχής, es el segundo en la línea sucesoria,

είναι ο δεύτερος στην διαδοχική> γραμμή διαδοχής

2. κληρονομικός, -ή, -ό Tendrás que pagar un impuesto sucesorio,

Θα πρέπει να πληρώσεις φόρο κληρονομιάς

sucesivo, va 1. ε, διαδοχικός, -ή, -ó, días sucesivos, συνεχόμενες μέρες

2. εκφ, en lo sucesivo, στο μέλλον,

en lo sucesivo, espero que no se repita su comportamiento,

στο μέλλον, ελπίζω να μην επαναληφθεί η συμπεριφορά σας

sucesivamente 1. επρ, διαδοχικά, διαδοχικώς

2. εκφ, y así sucesivamente, και ούτω καθεξής

sucedáneo πρχ συν-οδευόμενο

1. α, για ουσία, υποκατάστατο, un sucedáneo del café, ένα υποκατάστατο του καφέ

2. μτφ, κακέκτυπο, κακή απομίμηση σε κάτι, σαν υπ-οδευόμενο του αυθεντικού

sucedáneo, a 1. ε, για ουσία, υποκατάστατος, -η, -ο

Scroll to Top