ACAPARAR

ACAPARAR= ΚΑΠΑΡΩΜΑ, ΚΑΠΑΡΟ> ΕΓΓΥΗΣΗ, ΠΡΧ Β-ΕΡΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

arras 1. θ πλ, πρχ β-έρες, σε γάμο, τα δεκατρία νομίσματα που δίνει ο γαμπρός στη νύφη κατά την διάρκεια του θρησκευτικού γάμου στην Ισπανία

2. νομ, πρχ σα β-έρα ή καπ-άρο για κάτι= εγγύηση, προκαταβολή για κάτι,

exigió una cantidad de dinero en concepto de arras o señal,

απαίτησε ένα χρηματικό ποσό ως εγγύηση ή προκαταβολή

acaparar 1. ρμ, εμπ, πρχ καπαρώνω το περισσότερο από κάτι, μονοπωλώ,

acapararon todas las ofertas, μονοπώλησαν όλες τις προσφορές

2. μτφ, καπαρώνω κάτι= αιχμαλωτίζω, μαγνητίζω, μονοπωλώ, acapara las miradas de todos,

μονοπωλεί τα βλέμματα όλων

acaparamiento 1. α, εμπ, καπάρωμα σε κάτι, συσσώρευση ειδών, εμπορεύματος

acaparador, ra 1. ε, α θ, εμπ, που καπαρώνει, μονοπωλιακός, -ή, -ό, άπληστος, -η, -o, κερδοσκόπος, άρπαγας, No seas tan acaparador con la comida,

Μην είσαι τόσο άπληστος με το φαγητό

Los acaparadores compraron todo el papel higiénico antes de que se iniciara la cuarentena,

Οι κερδοσκόποι αγόρασαν όλο το χαρτί υγείας προτού να ξεκινούσε η καραντίνα

2. μτφ, που καπαρώνει το πιο πολύ από κάτι, μονοπωλιακός, -ή, -ό,

no le invitan a la tertulia porque es un acaparador,

δεν τον καλούν στην συζήτηση γιατί είναι ένας μονοπωλιακός

Scroll to Top