INVITAR= ΠΡΧ ΕΝ-ΒΑΤΩ ΣΕ ΚΑΤΙ> ΠΡΟΣΚΑΛΩ, ΚΑΛΩ, ΣΑΝ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
invitar πρχ εν-βατώ= προσκαλώ κάποιον σε κάτι
1. ρμ, ρα, προσκαλώ, nos han invitado a la inauguración,
μας έχουν προσκαλέσει στα εγκαίνια
me han invitado a una fiesta a la playa,
με κάλεσαν σε μια γιορτή στην παραλία
2. invitar a, μτφ, προτρέπω, προσκαλώ σε κάτι, este sol invita a salir,
αυτός o ήλιος προτρέπει, σε προσκαλεί να βγεις έξω
3. καλώ σε κάτι και κερνάω, te invito a una caña, σε κερνάω μια μπύρα
4. ζητώ, la policía los invitó a desalojar la sala,
η αστυνομία τούς κάλεσε να εκκενώσουν την αίθουσα
invitación 1. θ, πρόσκληση σαν πράξη, acepté su invitación, δέχτηκα την πρόσκληση του
no pudo rechazar su invitación a cenar,
δεν μπόρεσε να αρνηθεί την πρόσκληση του για δείπνο
2. πρόσκληση σαν κάρτα, γραπτή, envió invitaciones a todos los amigos,
έστειλε προσκλήσεις σε όλους τους φίλους
3. εισιτήριο σε θέαμα, παράσταση
4. μτφ, πρόσκληση, προτροπή για, su sacrificio es una invitación a la revolución,
η θυσία του είναι προτροπή, το έναυσμα για την επανάσταση
5. εκφ, corresponder a una invitación, ανταποκρίνομαι σε μια πρόσκληση
invitado, da 1. ε, προσκεκλημένος, -η, -ο, (προσ)καλεσμένος, -η, -o,
artista invitado, προσκεκλημένος καλλιτέχνης
¿estás invitada a la boda? είσαι καλεσμένη στο γάμο;
2. α θ, προσκαλεσμένος, -μένη, lista de invitados, λίστα των καλεσμένων
invitatorio 1. α, θρη, εξαποστειλάριο
convite πρχ συν-βάτημα ατόμων σε κάτι
1. α, πρόσκληση, ¿has recibido el convite?, έχεις λάβει την πρόσκληση;
no puedes rechazar su convite, Δεν μπορείς να αρνηθείς την πρόσκληση του
2. δεξίωση, el convite de la boda, Η δεξίωση του γάμου, η γαμήλια δεξίωση
convidar 1. ρμ, προσκαλώ, καλώ, me convidaron a cenar en su casa,
με προσκάλεσαν να δειπνήσω στο σπίτι τους
2. μτφ, convidar a, παρακινώ, προτρέπω σε, el verano convida a salir,
το καλοκαίρι μάς προτρέπει να βγούμε
3. ραντ, αυτοπροσκαλούμαι, no hace falta que le invites, él se convida solo,
δεν χρειάζεται να τον καλέσεις, αυτός αυτοπροσκαλείται μόνος
convidada 1. θ, οικ, μτφ, συμ-βάτημα ποτών= γύρος ποτών
2. εκφ, dar, pagar una convidada, δίνω= κερνάω, πληρώνω ένα γύρο ποτά
convidado, da 1. α θ, προσκεκλημένος, -μένη, καλεσμένος, -νη
2. εκφ, como el convidado de piedra, el convidado de piedra, μτφ,
ο συμ-βατούμενος της πέτρας= καλεσμένος κάπου ή παρόντας χωρίς να κάνει κάτι, γλάστρα, κομπάρσος, διακοσμητικό στοιχείο
envite 1. α, πρχ εν-βάτημα ποσού σε παιχνίδι= ποντάρισμα, στοίχημα
En el mus, los envites son de dos puntos, Στο mus, τα πονταρίσματα είναι δύo πόντοι
2. προσφορά, aceptó su envite sin más, δέχτηκε την προσφορά του χωρίς μα-μου> αμέσως
3. εν-βάτημα σωματικό, σπρωξιά, σκουντιά, recibió un fuerte envite de sus admiradoras,
δέχτηκε ένα δυνατό σπρώξιμο απο τις θαυμάστριες του
4. εκφ, aceptar el envite, δέχομαι το ποντάρισμα στα χαρτιά
al primer envite, στο πρώτο εν-βάτημα= με την πρώτη, αμέσως
envidada 1. θ, ποντάρισμα σε χαρτιά
envidar 1. ρμ, ποντάρω σε χαρτιά
2. εκφ, envidar en falso, εν-βατώ με σφάλμα= μπλοφάρω
envido 1. α, ποντάρισμα στο μους
reenvidar 1. ρμ, ξανα-ποντάρω
reenvite 1. α, δεύτερο ποντάρισμα
evitar πρχ εκ-βατώ απο κάτι, κάποιον, απο-φεύγω
1. ρμ, απο-βατώ> αποφεύγω, Gira aquí a la izquierda si quieres evitar el tráfico,
Στρίψε αριστερά εδώ αν θέλεις να αποφύγεις την κίνηση
evita hablar del problema, αποφεύγει να μιλήσει για το πρόβλημα
evitar un peligro, αποφεύγω κάποιον κίνδυνο
evitó a su cuñada en la fiesta, απέφυγε την κουνιάδα του στην γιορτή
2. απαλλάσσω από, γλιτώνω από, σώζω απο, este aparato nos evita mucho trabajo,
αυτό η συσκευή μάς απαλλάσσει από αρκετή δουλειά
Gracias por traerme estos documentos. Me evita tener que regresar a la oficina a buscarlos.
Σας ευχαριστώ που μου φέρατε αυτά τα έγγραφα. Με σώζει από το να πρέπει να επιστρέψω στο γραφείο για να τα αναζητήσω
3. ραντ, αποφεύγω, γλυτώνω από, απαλλάσσομαι από,
Si sales media hora antes, te evitas el problema de la hora pico,
Αν φύγεις μισή ώρα νωρίτερα, αποφεύγεις το πρόβλημα της ώρας αιχμής
evitable 1. ε, πρχ απο-βατίσιμος= αποφευκτός, -ή, -ό, που μπορεί να αποφευχθεί
inevitable 1. ε, αναπόφευκτος, -η, -ο, catástrofe inevitable, καταστροφή αναπόφευκτη
el accidente fue inevitable, το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο
inevitablemente 1. επρ, αναπόφευκτα
vitando, da 1. ε, λογ, πρχ απο-βατώντας κάτι= αποφευκτός, -ή, -ό, προς αποφυγήν,
Es una mujer vitanda que no quiero ver,
Είναι μια γυναίκα αποφευκτή που δεν θέλω να βλέπω
el recurso a la fuerza es un procedimiento vitando,
η προσφυγή στη βία είναι μια μέθοδος προς αποφυγήν
2. απεχθής, -ής, -ές, ειδεχθής, -ής, -ές, un crimen vitando, ενα απεχθές έγκλημα