ICTERICIA

ICTERICIA= ΠΡΧ ΙΚΤΕΡΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ictericia 1. θ, ίκτερος, χρυσή

ictérico, ca 1. ε, α θ, ικτερικός, -ή, -ό, άτομο που πάσχει από ίκτερο

ictérido 1. α, ζωλ, ικτερίδα

icterodes 1. ε, ιατ, ικτεροειδής, -ής, -ές, una epidemia de tifus icterodes,

μια επιδημία κίτρινου πυρετού

icterógeno, na 1. ε, ικτερογενής, -ής, -ές

Scroll to Top