ICONO= ΠΡΧ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
icono, ícono 1. α, θρη, εικόνα, εικόνισμα, volvió de Rusia cargada de iconos,
γύρισε απο την Ρωσία φορτωμένη με εικόνες
2. πλφ, εικονίδιο
3. εικονίδιο, σύμβολο, el dibujo de un coche es un icono respecto a él,
το σχέδιο ενός αμαξιού είναι το εικονίδιο αναφορικά σε αυτό
icónico, a 1. ε, θρη, εικονισματικός, -ή, -ό
iconoclasia 1. θ, εικονοκλασία
iconoclasta 1. ε, α θ, εικονοκλαστικός, -ή, -ό, εικονοκλάστης, -ια
iconoclastia 1. θ, εικονοκλασία, εικονομαχία
iconografía 1. θ, εικονογραφία
iconográfico, ca 1. ε, εικονογραφικός, -ή, -ό
iconólatra 1. ε, α θ, εικονολατρικός, -ή, -ό, εικονολάτρης, -ισσα
iconolatría 1. θ, εικονολατρία
iconología 1. θ, εικονολογία
iconólogo, ga 1. α θ, εικονολόγος
iconoscopio 1. α, εικονοσκόπιο
iconostasio 1. α, εικονοστάσι
2. τέμπλο
icástico, ca 1. ε, εικαστικός= αντικειμενικός, -ή, -ό, πραγματικός, -ή, -ό,
nos ofreció la interpretación icástica de los hechos,
μας προσέφερε την αντικειμενική ερμηνεία των γεγονότων
epiqueya 1. α, νομ, επιείκεια