HIERRO = ΠΡΧ Σ-Ι(Δ)ΕΡΟ= ΣΙΔΕΡΟ, ΦΕΡΙΤΙΝΗ> ΣΙΔΕΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
hierro πρχ σ-ίδερο
1. α, μέταλλο σίδηρος, σίδερο, un cerco de hierro, ένας σιδερένιος φράκτης
2. αιχμή από σίδηρο στα όπλα, βέλη
3. πυροσφραγίδα για ζώα, El vaquero usó un hierro para marcar sus vacas,
Ο καουμπόι χρησιμοποίησε μια πυροσφραγίδα για να μαρκάρει τις αγελάδες του
4. μτφ, γενιά ζώων, λόγω του ίδιου σίδερου-σφραγίδα
5. αθλ, σιδερένιο μπαστούνι του γκολφ
6. σνθ, hierro arquero, τχν, έλασμα
hierro candente, τχν, σιδερό-κανδύλα= πυρακτωμένο σίδερο
hierro fundido, χυτο-σίδηρος
hierro laminado, λαμαρίνα, φύλλο σιδήρου
7. εκφ, a hierro y fuego, με νύχια και με δόντια
al hierro candente batir de repente, πρμ, στη βράση κολλάει το σίδερο
de hierro, απο σίδερο= δυνατός, σιδερένιος
quitarle hierro a algo, μτφ, κόπτω το σίδερο σε κάτι= απ-αξιώνω
hierros 1. α πλ, σιδερένιος νάρθηκας
2. σιδεράκια δοντιών
3. χειροπέδες, αλυσίδες
herrar πρχ σιδερώνω
1. ρμ, πεταλώνω άλογο, El ganadero preparó las herraduras para herrar a los caballos,
Ο κτηνοτρόφος ετοίμασε τα πέταλα για να πεταλώσει τα άλογα
2. μτφ, μαρκάρω με σίδερο άτομο, ζώο, El ganadero marcó la vaca,
ο κτηνοτρόφος μάρκαρε την αγελάδα
herrada 1. θ, ξύλινος κουβάς με σιδερένιες λαβές
herradero 1. α, σημάδεμα αλόγων, βοδιών με καυτό σίδερο,
el herradero de las reses, το σημάδεμα των βοοειδών
herrador 1. α, σιδηρουργός, σιδεράς, πεταλωτής
herradura 1. θ, σιδερο-τηρι= πέταλο αλόγου
2. εκφ, mostrar las herraduras, μοστράρω τα πέταλα= μτφ, κλωτσάω ή το βάζω στα πόδια
herraje 1. α, σιδερικό στολίδι
herramienta πρχ σιδερ-ημα
1. θ, εργαλείο, Necesitas una herramienta nueva para arreglar el estante,
Χρειάζεσαι ένα νέο εργαλείο για να επισκευάσεις το ράφι
2. μτφ, εργαλείο, Estos ejercicios son buenas herramientas para aprender español,
Αυτές οι ασκήσεις είναι καλά εργαλεία για να μάθεις ισπανικά
3. οικ, όπλο σαν μαχαίρι, λεπίδα
4. μτφ, κέρατα ταύρου
5. πλφ, εργαλεία
herramental 1. α, εργαλεία
2. εργαλειοθήκη
herrería 1. θ, σιδηρουργείο, σιδεράδικο, Mario trabaja en una herrería,
Ο Μάριο εργάζεται σε ένα σιδηρουργείο
2. σιδηρουργία
3. μτφ, σαν σιδεριά = σαματάς, φασαρία
herrero 1. α, σιδηρουργός
herreruelo 1. α, πρχ σιδερο-κούκουλο= κοντή κάπα χωρίς κουκούλα
herrete 1. α, πρχ ερετε> σιδερωτό ή συρμάτι= συρμάτινο άκρο κορδονιού ή κορδέλας
herretear 1. ρμ, προσθέτω συρμάτινα άκρα σε κορδόνια ή κορδέλες
herrín 1. α, πρχ σκ-ουριά= σκωρία, σκουριά, οξείδωση, ¿Cómo puedo quitar el herrín?
Πώς μπορώ να αφαιρέσω τη σκουριά;
herrón 1. α, παιχνίδι με δίσκους που μπαίνουν σε ένα μεταλλικό πάσσαλο καρφωμένο στο έδαφος
herrumbre 1. α, πρχ ερου-μβρε> σ-ιδερο-βρωση= σκουριά, οξείδωση
2. γεύση σιδήρου
herrumbrar 1. α, ρμ, σκουριάζω κάτι
2. ραντ, σκουριάζομαι, οξειδώνομαι
herrumbroso, sa 1. ε, σκουριασμένος, -η, -ο
aherrumbar 1. ρμ, δίνω το χρώμα του σιδήρου, καλύπτω με σκουριά
2. ραντ, σκουριάζω
3. για νερό, αποκτώ περιεκτικότητα σε σίδηρο
desherrumbrar 1. ρμ, αφαιρώ τη σκουριά, ξεσκουριάζω
desherradura 1. θ, κτν, θλάση του κάτω μέρους της οπλής των αλόγων χωρίς πέταλα
desherrar πρχ ξε-σιδερώνω
1. ρμ, ξεπεταλώνω άλογο
2. λύνω τα δεσμά σε κρατούμενο
aherrojar πρχ α-εροχαρ> σιδερ-έχω κάποιον
1. ρμ, καθιστώ σιδηροδέσμιο, -α, -ο, αλυσοδένω
2. μτφ, σαν να τον έχω με σίδερα= καταπιέζω, υποδουλώνω
aherrojamiento 1. α, κράτημα με σιδερένια δεσμά, αλυσόδεμα
2. μτφ, υποδούλωση
férreo, a 1. ε, πρχ φερίτης= σίδερο, μτφ, σιδερένιος, -ια, -ιο
2. σιδερένιος, -ια, -ιο, una estructura férrea, σιδερένια κατασκευή
3. σδρ, σιδηρο-δρομικός, -ή, -ó, una línea férrea, σιδηροδρομική γραμμή
ferry 1. α, πορθμείο, φέρι μποτ
ferraría 1. θ, σιδεράδικο, σιδηρουργείο
ferricianuro 1. α, χημ, σιδηροκυανίδιο
férrico, ca 1. ε, χημ, ένωση τρισθενούς σιδήρου
ferrífero, ra 1. ε, ορυ, σιδηρούχος, -α, -o
ferrita 1. θ, ορυ, σιδηρίτης, φερίτης
ferrobús 1. α, σιδερ-άμαξα= αυτοκινητάμαξα
ferrocarril πρχ σιδερο-λωρίδα
1. α, σιδηρόδρομος
2. όχημα σιδηρόδρομος, τρένο
ferrocerio 1. α, μτλ, σιδηροδημήτριο
ferrocianuro 1. α, χημ, σιδηροκυανίδιο
ferromagnetismo 1. α, ηκλ, σιδηρομαγνητισμός, φερρομαγνητισμός
ferrotipia 1. α, φωτ, σιδηροτυπία
ferroviario, ria 1. ε, σιδηροδρομικός, -ή, -ó
ferroviario 1. α, σιδηροδρομικός υπάλληλος
ferruginoso, sa 1. ε, σιδηρούχος, -ος,-α, -o
ferrada 1. θ, ρόπαλο με σιδερένια επένδυση
ferrado, da 1. ε, σιδηρούς, -ά, ούν
ferrallista 1. α, πρχ σιδερ-ιστής= σιδηρουργός οικοδομών
ferrato 1. α, χημ, πρχ σιδερ-άλατο= σιδηρικό άλας
ferrete 1. α, σιδερένια σφραγίδα μαρκαρίσματος
ferretería 1. θ, κιγκαλερία
ferretero, ra 1. α θ, πωλητής σε είδη κιγκαλερίας
aferrar πρχ φερμάρω ή φέρω κάτι με την έννοια του πιάνω, αρπάζω
1. ρμ, μτφ, αρπάζω, πιάνω δυνατά κάτι, Mario aferró el bate y le pegó la pelota,
Ο Μάριο έπιασε το ρόπαλο και χτύπησε την μπάλα
Gracias a una señora que me aferró el brazo, no me atropelló el coche,
Χάρη σε μια γυναίκα που με άρπαξε από το μπράτσο, δεν με χτύπησε το αυτοκίνητο
2. ναυ, φερμάρω, μαζεύω τα πανιά ή γραπώνω με γάντζο
3. ναυ, ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ, φερμάρω άγκυρα
4. ρα, ναυ, πιάνει άγκυρα σε πάτο
5. ραντ, μτφ, aferrarse a, φερμάρομαι σε μια ιδέα, συναίσθημα, εμμένω, κολλάω,
se aferra a esa absurda idea, εμμένει σε αυτή την παράλογη ιδέα,
No te aferres a ese sueño si ya no te hace feliz,
Μην εμμένεις σε αυτό το όνειρο αν πλέον δεν σε κάνει ευτυχισμένο
6. αρπάζομαι, πιάνομαι, κρατιέμαι από κάπου, κάποιον, γαντζώνομαι σε αντικείμενο,
se aferró a la barandilla, γαντζώθηκε στην μπάρα,
El koala bebé se aferró a su mamá mientras trepaba el árbol,
Το μωρό κοάλα κρατήθηκε σφιχτά από τη μητέρα του καθώς αυτή σκαρφάλωνε στο δέντρο
aferramiento πρχ φερμάρισμα
1. α, αρπαγή, αιχμαλωσία
2. μτφ, εμμονή, πείσμα
3. ναυ, αγκυροβόληση, φερμάρω άγκυρα
aferrado, da 1. ε, επίμονος, -η, -ο, πεισματικός, -ή, -ό, κολλημένος, -η, -ο σε κάτι,
se mantiene aferrado a sus tesis y no admite críticas,
διατηρείται κολλημένος στην θέση του και δεν δέχεται κριτικές
aferradamente 1. επρ, επίμονα, πεισματικά
desaferrado 1. α, ξε-φερμάρισμα άγκυρας, ανέλκυση
desaferrar 1. ρμ, ξε-φερμάρω, χαλαρώνω, λασκάρω κάτι σφιγμένο,
el movimiento desaferró la anilla, η κίνηση λάσκαρε τον κρίκο
2. ναυ, ξεφερμάρω άγκυρα, σαλπάρω
3. μτφ, ξεκολλάω κάποιον από κάτι, consiguió desaferrarle de sus ideas,
κατάφερε να τον ξεκολλήσει απ’ τις ιδέες του