HIGIENE

HIGIENE= ΠΡΧ ΥΓΙΕΙΝΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

higiene 1. θ, υγιεινή, καθαριότητα ατόμων, κατοικιών,

la higiene de los pacientes, η υγιεινή των ασθενών

la higiene y seguridad en el trabajo, οι συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία

la cocina del restaurante cumple las normas básicas de higiene,

η κουζίνα του εστιατορίου πληροί τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής

2. σνθ, higiene bucal, dental, στοματική υγιεινή, υγιεινή των δοντιών

higiene íntima, personal, ατομική υγιεινή

higiene mental, διανοητική, ψυχική υγεία

higiénico, ca 1. ε, υγιεινός, -ή, -ό, rollo de papel higiénico, ένα ρολό χαρτί υγείας

2. υγειονομικός, -ή, -ó, medidas higiénicas, υγειονομικά μέτρα

higienista 1. α θ, υγιεινολόγος

2. σνθ, higienista dental, υγιεινολόγος δοντιών

higienizar 1. ρμ, εξυγιαίνω, απολυμαίνω μέρος, πράγμα σύμφωνα με κανόνες υγιεινής

Antes de retirarle la sutura, el médico higienizará la zona,

Πριν αφαιρέσει το ράμμα, ο γιατρός θα απολυμάνει την περιοχή

higienización 1. θ, εξυγίανση, απολύμανση

esvástica 1. θ, σβάστικα, αγκυλωτός σταυρός

Scroll to Top