GUIÑAPO= ΓΚΙΝΙ-ΑΠΟ> ΡΑ-ΚΕΝ-ΩΠΟΣ> ΜΕ ΟΨΗ ΡΑΚΕΝΔΥΤΟΥ, ΚΟΥΡΕΛΙΑΡΗ
guiñapo 1. α, κουρέλι, ράκος, κομμάτι ύφασμα άχρηστο,
2. κουρελιάρης, -α, ρακένδυτος, -η
3. μτφ, με όψη ρακένδυτου, αρρωστιάρης, -α, la anemia le tiene hecho un guiñapo,
η αναιμία τον έχει κάνει σαν αρρωστιάρη
4. εκφ, estar hecho un guiñapo, είμαι ράκος ψυχικά
poner, dejar a alguien como un guiñapo, κάνω κάποιον κουρέλι
guiñaposo, sa 1. ε, κουρελιάρης, -α, -ικο, ρακένδυτος, -η, -o