GUITO
güito 1. α, πρχ γκιτο> κου-(γ)κου-τσι= κουκούτσι
2. οικ, μτφ, πρχ γκιτο> καλύπτω= καπέλο
guitón, ona 1. ε, α θ, πρχ σα γύφτον ή γάτον= για άτομο, περιπλανώμενος, -η, -o,
σουρτούκης, σουρτούκα, αλήτης, -ισσα
guitonear 1. ρα, σα γύφτος ή γάτος γυρίζω ή γειτονίζω> πάω από γειτονιά σε γειτονιά= αλητεύω, σουρτουκεύω, γυρνάω χωρίς λόγο,
Se la pasa guitoneando porque no tiene nada que hacer,
Περνάει την ημέρα του γυρνώντας γιατί δεν έχει τίποτα να κάνει