GLORIA= ΠΡΧ ΚΛΕΟΣ> ΔΟΞΑ, ΤΙΜΗ, ΠΡΧ ΓΛΟ-ΡΙΑ> ΑΙ-ΓΛΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gloria 1. θ, πρχ γ-κλορια> κλέος= δόξα, τιμή, αίγλη ατόμου
David consiguió la gloria cuando venció a Goliat,
Ο Δαβίδ απέκτησε δόξα όταν νίκησε τον Γολιάθ
ή άτομο δοξασμένο, αστέρι, se convirtió en una gloria nacional,
μετατράπηκε σε εθνική δόξα, αστέρι
2. μτφ, γλυκό με φύλλο και κρέμα
3. τεχ, γκλόρια
4. θρη, δοξαστικό μεγαλυνάριο
ή δόξα, ουρανός, παράδεισος σαν κλέος Θεού, El mártir alcanzó la gloria eterna,
Ο μάρτυρας απέκτησε αιώνια δόξα
5. μτφ, πράγμα που δίνει απόλαυση, el vino es una gloria para el paladar,
ο οίνος είναι μια απόλαυση για τον ουρανίσκο
6. εκφ, estar en la gloria, οικ, είμαι στον έβδομο ουρανό,
junto a mi familia estoy en la gloria, μαζί με την οικογένεια μου είμαι στον 7ο ουρανό
hacer gloria de algo, κάνω κλέος για κάτι= καυχιέμαι, υπερηφανεύομαι
conceder la gloria eterna, δίνω την αιώνια δόξα= αποθανατίζω, μακαρίζω
cubrirse de gloria, καλύπτομαι από κλέος= δοξάζομαι
huele a gloria, οικ, μτφ, μυρίζει υπέροχα
para (mayor) gloria de algo, alguien, προς μεγάλη ικανοποίηση σε κάτι, κάποιον
por la gloria de, στο όνομα του, προς δόξα του, για να ενισχύσω ένα αίτημα, υπόσχεση
Lo mismo podemos decir del aborto. Todo por la gloria de la libertad individual,
Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την έκτρωση. Όλα αυτά προς δόξα της ατομικής ελευθερίας
que en santa gloria esté, Θεός συγχωρεσ’ τον
sabe a gloria, είναι θεσπέσιο σε γεύση, estas fresas saben a gloria,
αυτές οι φράουλες είναι θεσπέσιες
ser (una) gloria, είναι θεσπέσιο
ser gloria bendita, είναι θεσπέσιο
gloria 1. α, θρη, δόξα
gloriapatri, gloria Patri 1. α, θρη, Δόξα Πατρί
gloriar 1. ρμ, δοξάζω, τιμώ, επαινώ, el profesor gloriaba la obra del escritor,
Ο καθηγητής δόξαζε το έργο του συγγραφέα
2. θρη, δοξάζω
3. ραντ, gloriarse de, δίνω κλέος σε μένα= αυτο-δοξάζομαι για, περηφανεύομαι,
καυχιέμαι για κάτι, κάποιον, se gloriaba de sus logros, καυχιόταν για τα κατορθώματά του
se gloria de ser el mejor en el mus, περηφανευόταν πως ήταν ο καλύτερος στο μους
glorieta 1. θ, μτφ, πρχ κλορ-ιετα> κυ-κλορ-ιτσα= κυκλική πλατεία
2. κιόσκι κήπου, glorieta de jardin, σαν κύκλος,
3. πέργκολα
glorificar 1. ρμ, πρχ κλεος-φιάχνω> προσφέρω κλέος στον Θεό, δοξάζω, τιμώ, εξυμνώ, glorificar a Dios, δοξάζω τον Θεό
2. δοξάζω, εξυμνώ κάποιον για κάτι, el pueblo le glorificó por sus hazañas,
ο λαός τον δόξασε για τα κατορθώματα του
3. ραντ, glorificarse de, αποδίδω κλέος σε μένα= περηφανεύομαι, καυχιέμαι για κάτι,
se glorifica de ser el primero en todo, περηφανεύεται πως είναι ο πρώτος σε όλα
glorificación 1. θ, απόδοση κλέους, εξύμνηση, δοξασμός, la glorificación de Dios,
η εξύμνηση του Θεού
2. πράξη και αποτέλεσμα του glorificar, glorificarse
glorificador, ra 1. ε, που αποδίδει κλέος= εξυμνών, -ούσα, -όν, δοξάζων, -ουσα, -ον
gloriosa 1. θ, θρη, πρχ κλεώδης= η Θεοτόκος, η Παρθένος
glorioso, sa 1. ε, με κλέος, ένδοξος, -η, -o, época gloriosa, εποχή ένδοξη
2. θρη, μακάριος, -α, -o, ευλογητός, -ή, -ό, ευλογημένος, -η, -ο
gloriosamente 1. επρ, με κλέος, ένδοξα, τιμημένα