GLOSA

GLOSA= ΠΡΧ ΓΛΩΣΣΑ> ΣΧΟΛΙΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ

diglosia 1. θ, γλγ, διγλωσσία

glosa 1. θ, μτφ, σχόλιο σε κείμενο, ερμηνεία, εξήγηση σαν παράφραση για κάτι,

el profesor les recomendó una edición con glosas,

ο καθηγητής μας πρότεινε μια έκδοση με ερμηνεία

2. ποι, είδος ποιητικής σύνθεσης με επανάληψη ενός ή περισσότερων στίχων στο τέλος κάθε στροφής

3. μσκ, παραλλαγή

4. εκφ, hacer una glosa de, κάνω μια γλώσσα> σχόλιο για= υπερασπίζομαι, επαινώ

poner glosas, σχολιάζω, επ-εξηγώ

glosador, ra 1. α θ, για κείμενο, σχολιαστής, -ια, ερμηνευτής, -ια, υπομνηματιστής

es un experto glosador de textos medievales,

είναι ενας εξπέρ ερμηνευτής σε κείμενα μεσαιωνικά

glosar 1. ρμ, σχολιάζω, ερμηνεύω, υπομνηματίζω κείμενο,

glosaron el texto para facilitar su comprensión,

σχολίασαν το κείμενο για να διευκολύνουν την κατανόηση του

2. σχολιάζω λόγια, los periodistas glosaron el breve comentario del ministro,

οι δημοσιογράφοι σχολίασαν το σύντομο σχόλιο του υπουργού

glosario 1. α, γλωσσάριο

desglosar πρχ ξε-γλωσσάρω> έννοια της ανάλυσης σε κατάλογο, ξεχώρισμα

1. ρμ, αφαιρώ σχόλιο, ερμηνεία από κείμενο

2. ξεχωρίζω μέρος από όλο και εξετάζω χωριστά, αναλύω, ¿Cómo desgloso una factura?

Πώς μπορώ να αναλύσω ένα τιμολόγιο;

¿Puedes desglosar el informe por categorías?

Μπορείτε να αναλύσετε την αναφορά ανά κατηγορία;

3. ξε-κολλώ κομμάτι από έντυπο, ξεχωρίζω, αποσυρράπτω

Tienes que desglosar el impreso rosa, que es la copia para el cliente,

Πρέπει να ξεχωρίσεις την ροζ εκτύπωση, η οποία είναι το αντίγραφο για τον πελάτη

4. κατανέμω, επιμερίζω έξοδα

5. κνμ, κάνω ντεκουπάζ

6. νομ, παίρνω απόσπασμα εγγράφου, αφήνοντας αντίγραφο ή σημείωση

του περιεχομένου του

glose 1. α, σχόλιο σε κείμενο, ερμηνεία, υπομνηματισμός

desglose 1. α, πρχ ξε-γλώττισμα> αφαίρεση σχολίου, επεξήγησης σε κείμενο

2. ξεχώρισμα από σύνολο ενός μέρους και επιμέρους εξέταση του

3. ξεκόλλημα εκτύπωσης, ξεχώρισμα από έγγραφο, αποσυρραφή

3. επιμερισμός εξόδων, glose de gastos

4. κνμ, ντεκουπάζ

5. νομ, απόσπασμα εγγράφου

glositis 1. θ, ιατ, γλωσσίτιδα

glosofaríngeo, a 1. ε, ανα, γλωσσοφαρυγγικός, -ή, -ó

glosopeda 1. θ, κτν, αφθώδης πυρετός

glosotomía 1. θ, ιατ, γλωσσοτομία

glotal 1. ε, φων, γλωττιδικός, -ή, -ó

glótico, ca 1. ε, ανα, γλωττιδικός, -ή, -ó

glotis 1. θ, ανα, γλωττίδα

políglota, poliglota 1. ε, α θ, πολύ-γλωσσος, -η, -o

poliglotía 1. θ, πολυγλωσσία

poliglotísimo α, λογ, πολυγλωσσισμός

Scroll to Top