GLOBΟ= ΠΡΧ ΓΛΟΜΠΟΣ> ΣΦΑΙΡΙΚΟ ΣΩΜΑ, ΠΡΧ ΓΛΟΥΤΟΣ, ΠΡΧ ΓΛΟΥΤΕΝΗ,
ΠΡΧ ΓΚΛΟΥ> ΚΟΛΛΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
glúteo 1. α, ανα, γλουτιαίος μυς
glúteo, a 1. ε, ανα, γλουτιαίος, -α, -o
glutamato 1. α, γλουταμίνη
gluten 1. α, γλουτένη
ganglio 1. α, ανα, γάγγλιο
gangliforme 1. ε, ανα, γαγγλιόμορφος, -η, -o
ganglionar 1. ε, ανα, γαγγλιακός, -ή, -ó
club 1. α, κλαμπ σαν σύλλογος για κάποιο σκοπό, λέσχη, σύλλογος, όμιλος
2. μέρος λέσχης, συλλόγου, κλάμπ
3. κλάμπ για διασκέδαση νυχτερινή, estuvimos en un club del centro después de cenar,
βρεθήκαμε σε ένα κλαμπ του κέντρου μετά το δείπνο
4. σνθ, club de fans, φαν-κλαμπ
club de noche, νυχτερινό κέντρο, κλαμπ
club nocturno, κλαμπ
club deportivo, αθλητικός σύλλογος
club estudiantil, φοιτητικός σύλλογος
club juvenil, σύλλογος νέων
club náutico, ναυτική λέσχη, ναυτικός όμιλος
club hípico, ιππική όμιλος
globo πρχ γλόμπος> σφαίρα, στρογγυλό
1. α, σφαιρικό σώμα, globo ocular, βολβός οπτικός, σφαίρα
Una pelota tiene forma de globo, Μια μπάλα έχει σχήμα σφαίρας
2. γλόμπος για λάμπα, Las lámparas del jardín tienen los focos dentro de globos
Οι λάμπες κήπου έχουν τους λαμπτήρες μέσα σε γλόμπους
3. αερόστατο
4. μπαλόνι φουσκωτό για γιορτή, decoraron la sala con globos para la fiesta,
διακόσμησαν την αίθουσα με μπαλόνια για την γιορτή
5. φυσαλίδα σε κόμικ με τις λεζάντες, un humorista escribe el texto de los globos,
ενας χιουμορίστας γράφει το κείμενο των φυσαλίδων
6. φούσκα τσίχλας, Masticó un poco de chicle e hizo un globo,
Μάσησε λίγο τσίχλα και έφτιαξε μια φούσκα
7. μτφ, προφυλακτικό, καπότα, Yo no tengo sexo sin globo, Εγώ δεν κάνω σεξ χωρίς μπαλόνι
8. οικ, μτφ, στήθος
9. μτφ, μεμέ
10. οικ, μτφ, μεθύσι, σούρα απο αλκοόλ, σαν μπαλόνι το κεφάλι
Te va a matar tu papá si te ve con ese globo,
θα σε σκοτώσει ο μπαμπάς σου αν σε δει με αυτό το μεθύσι
11. οικ, μτφ, μαστούρα απο ναρκωτικά
12. μτφ, τσαντίλα
13. οικ, μτφ, παραμύθι, μπαρούφα, σαν φυσαλίδα σε κόμικ με τις λεζάντες
14. πδφ, τένις, μτφ, ψηλοκρεμαστή μπαλιά, la pelota hizo un globo y la tenista remató,
το μπαλάκι έκανε μια ψηλοκρεμαστή και η τενίστρια κάρφωσε
15. μτφ, γη, ha viajado por gran parte del globo, έζει ταξιδέψει σε μεγάλο μέρος της γής
16. σνθ, globo de ensayo, μετεωρολογικό αερόστατο
globos de ayuda, πλφ, αναδυόμενη συμβουλή
globo sonda, μετεωρολογικό μπαλόνι
globo terrestre, terráqueo, γλόμπος γήινος=πλανήτης γη
globo terráqueo, υδρόγειος σφαίρα
17. εκφ, coger, agarrar, pillar un globo, οικ, μτφ, μαστουρώνω, φτιάχνομαι
deshincharse como un globo, ξεφουσκώνω σαν μπαλόνι
llevar un globo encima, οικ, μτφ, έχω μεθύσει απο αλκοόλ
ή έχω μαστουρώσει απο ναρκωτικά
globular 1. ε, σφαιρικός, -ή, -ó
globularia 1. θ, βοτ, σφαιράνθεμον, άλυπον
globulina 1. θ, βιο, σφαιρίνη, γλοβουλίνη
glóbulo 1. α, βιο, σφαιρ-ίδιο
glomérulo 1. α, ανα, σπείραμα
2. βοτ, ορμαθός ανθέων
gleba 1. θ, λογ, μτφ, βακούφι(ον), μετόχι, σαν γλόμπος> κομμάτι γής
2. καλλιεργημένο έδαφος
3. απλός κόσμος, πρχ πλέμπα
4. μτφ, χώμα ανασηκωμένο στο όργωμα
5. σνθ, siervo de la gleba, δουλο-πάροικος, υποτακτικός
englobar 1. ρμ, μτφ, εν-κλείω κάτι σε γλόμπο> σύνολο= συμπεριλαμβάνω
englobaremos estas facturas en los gastos de representación,
θα συμπεριλάβουμε αυτές τις αποδείξεις στα έξοδα της παράστασης
2. ραντ, su obra se engloba dentro de las vanguardias,
το έργο του συμπεριλαμβάνεται μέσα στις αβαντγκαρντ
global 1. ε, μέσα σε γλόμπο> σύνολο= συνολικός, -ή, -ó, ολικός, -ή, -ό, σφαιρικός, -ή, -ό,
παγκόσμιος, -α, -o, visión global, σφαιρική όραση, βλέψη,
análisis global, ανάλυση σφαιρική,
el precio global es de mil euros, η συνολική τιμή είναι χίλια ευρώ
aldea global, το παγκόσμιο χωριό
globalidad 1. θ, γλομπότητα= ολότητα, σύνολο
globalizar πρχ γλομπο-ποιώ= εν-κλείω σε γλόμπο> σύνολο
1. ρμ, παγκοσμιοποιώ, γλόμπος σαν γή, El cine y la televisión ayudan a globalizar nuestra cultura, Το σινεμά και η τηλεόραση βοηθούν να παγκοσμιοποιήσουμε τον πολιτισμό μας
2. εγκλείω, συμπεριλαμβάνω, Necesito una palabra que globalice todos estos términos,
Χρειάζομαι μια λέξη που να εγκλείει όλους αυτούς τους όρους,
3. ρα, θεωρώ, εξετάζω κάτι σφαιρικά, κάνω γενικευμένη θεώρηση,
globalizar los hechos nos ayudará a entender las causas,
να δούμε σφαιρικά τα γεγονότα θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις αιτίες
globalización 1. θ, μτφ, παγκοσμιοποίηση σαν ιδεολογία
2. μτφ, γενικευμένη θεώρηση
globalizante 1. ε, παγκοσμιοποιητικός, -ή, -ό, που παγκοσμιοποιεί
2. που εξετάζει σφαιρικά, συνολικά
globalmente 1. επρ, συνολικά, σφαιρικά
globicéfalo 1. α, ζωλ, γλομπο-κέφαλο= μαυροδέλφινο
globigerina 1. θ, ζωλ, γλοβιγερίνη
aglomerar 1. ρμ, πρχ μαζεύω πράγματα, άτομα σε σωρό σαν γλόμπο, συσσωρεύω, συναθροίζω, aglomerar datos, συσσωρεύω δεδομένα
2. πρχ γλομπο-μερώ= ενώνω διάφορα υλικά, μέρη για να κάνω κάτι,
aglomerar restos de madera para hacer paneles,
ενώνω υπόλοιπα απο ξύλο για να κάνω πάνελ
3. ραντ, συσσωρεύομαι για πράγματα
4. για άτομα, συναθροίζομαι, συνωστίζομαι, στριμώχνομαι σε χώρο, σαν γλόμπο,
se aglomeraron a la salida, στριμωχτήκαν στην έξοδο
aglomeración 1. θ, συσσώρευση, συνάθροιση πραγμάτων
2. συνωστισμός ατόμων, no me gustan las aglomeraciones de gente,
δεν μου αρέσει o συνωστισμός
3. σνθ, aglomeración urbana, πολεοδομικό συγκρότημα, αστικό οικοδομικό συγκρότημα
aglomerado 1. α, μοριοσανίδα
2. συσσωματωμένο καύσιμο
3. γωλ, σύγκριμα
4. σνθ, aglomerado esférico, χημ, πλίνθος άνθρακα
aglomerante 1. ε, γλομπο-μεριζων= συσσωρευτικός, -ή, -ó, συναθροιστικός, -ή, -ό,
2. α, συγκολλητικό μέσο
conglomerar 1. ρμ, aglomerar
2. ρμ, ραντ, συν-γλο> συγ-κολλάω μέρη απο μία ή πολλές ουσίες και τα κάνω ένα, συμπυκνώνομαι, συνμαζοποιώ, Se requiere calor y presión para conglomerar los materiales
Απαιτείται η θερμότητα και η πίεση για την συμπύκνωση τα υλικά
conglomeración 1. θ, συσσώρευση πραγμάτων, ατόμων
2. συνονθύλευμα
3. συμπύκνωση υλικών
conglomerado 1. α, σύμφυρμα
2. γωλ, κροκαλοπαγές
3. τχν, συστάδα
conglomerante πρχ συν-γλο> κολλάω-μέρη
1. ε, συνκολλητικός, -ό, -ό, συνδετικός, -ή, -ó
2. α, συγκολλητικό, συνδετικό υλικό
glutinoso, sa 1. ε, πρχ γκλου> γλουτένη> κόλλα= κολλώδης, -ης, -ες
aglutinar 1. ρμ, συγκολλώ υλικά, Para aglutinar los materiales y crear esta escultura utilicé pegamento, Για να συγκολλήσω τα υλικά και να δημιουργήσω αυτό το γλυπτό χρησιμοποίησα κόλλα
2. μτφ, συγκεντρώνω, El organizador del evento consiguió aglutinar a más de 50 personas,
Ο διοργανωτής της εκδήλωσης κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερα από 50 άτομα
aglutinar esfuerzos, συγκεντρώνωνω δυνάμεις
3. γλγ, συγκολλώ λέξεις, aglutinar vocablos
4. ραντ, κυρ, μτφ, συγκολλούμαι, συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι, συναθροίζομαι,
los imanes se aglutinan, οι μαγνήτες συγκολλούνται
Los diez amigos se aglutinaron en el salón para jugar juegos de mesa,
Οι δέκα φίλοι μαζεύτηκαν στο σαλόνι για να παίξουν επιτραπέζια παιχνίδια
aglutinación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του aglutinar
2. συγκόλληση υλικών
3. μτφ, συγκέντρωση
4. γλγ, συγκόλληση
aglutinador, ra 1. ε, κυρ, μτφ, συγκολλητικός, -ή, -ó
aglutinante 1. ε, συγκολλητικός, -ή, -ó
2. α, συγκολλητικό
aglutinógeno 1. α, συγ-κολλητινο-γόνο
conglutinar 1. ρμ, ραντ, aglutinar, πρχ συγ-κολλώ
conglutinación 1. θ, aglutinación, συγκόλληση, σύμφυση υλικών
conglutinante 1. ε, συγκολλητικός, -ή, -ó
2. α, συγκολλητικό υλικό
conglutinativo, va 1. ε, συγ-κολλητικός, -ή, -ó
conglutinativo 1. α, συγκολλητικό υλικό
engrudo πρχ εν-γλου> γκρου= εν-κολλητικό υλικό
1. α, κόλλα για χαρτί
2. κόλλα για ρούχα
engrudar 1. ρμ, πρχ εν-κλου> γκρου> αλοίφω με κόλλα, για να το κολλήσω
2. κολαρίζω ρούχο
3. ραντ, μτφ, πήζω, πυκνώνω σαν κόλλα
engrudamiento 1. α, επάλειψη με κόλλα
2. κολλάρισμα ρούχου
ovillo πρχ γλ-ομπούλι> οβούλι ή ο-μπαλο, κ-ουβάρι
1. α, κουβάρι κλωστής, μαλλιού, ovillo de hilo, lana
2. μτφ, βωλο> μπόγος, σωρός
3. εκφ, hacerse un ovillo, γίνομα κουβάρι= κουλουριάζομαι σωματικά
ή μτφ, γίνομαι κουβάρι στο μυαλό= μπερδεύομαι
hacer un ovillo, κάνω μπόγο, hizo un ovillo con la ropa, έκανε έναν μπόγο τα ρούχα
ovillar 1. ρμ, τυλίγω σε κουβάρι, κουβαριάζω
2. ραντ, κουβαριάζομαι
ovillejo 1. α, κουβαρ-ίστρα
2. λγτ, είδος μετρικής στην ποίηση
desovillar 1. ρμ, ξε-κουβαριάζω= ξετυλίγω
2. μτφ, ξετυλίγω, ξεδιπλώνω, διαλευκαίνω κάποιο περίπλοκο θέμα, ίντριγκα, πλοκή,
el investigador desovilló el enigma, Ο ερευνητής ξετύλιξε το αίνιγμα
3. ξε-κουβαριάζομαι= ξετυλίγομαι
4. μτφ, ξετυλίγομαι, ξεδιπλώνομαι, διαλευκαίνομαι