GIBA

GIBA= ΠΡΧ ΓΚΙ-ΜΠΑ> ΚΥ-ΦΩΣΗ, ΚΑ-ΜΠΟΥ-ΡΑ, ΚΑΜΠΤΩ, ΠΡΧ ΣΑΝ ΚΟ-ΜΠΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

giba 1. θ, πρχ καμπούρα ζώου, ατόμου, el camello acumula agua en sus gibas,

η καμήλα μαζεύει νερό στις καμπούρες της

Es posible corregir la giba de Margot con una operación,

Είναι δυνατόν να διορθωθεί η καμπούρα της Μαργκότ με μια χειρουργική επέμβαση

2. οικ, μτφ, ενόχληση, μπελάς

gibado, da 1. ε, καμπούρης, -α, -ικο, un anciano gibado, έναν καμπούρης γέρος

gibar 1. ρα, κυρτώνω, πρχ σαν να καμπουριάζω

2. οικ, μτφ, καμπουριάζω ψυχικά κάποιον= ενοχλώ, ζαλίζω, την σπάω σε κάποιον,

cada día me giba más con sus peticiones, κάθε μέρα με ενοχλεί πιο πολύ με τα αιτήματα του

Me giba que llamen a la hora de comer, μου την σπάει να καλούν την ώρα του φαγητού

3. εκφ, ¡no te giba! οικ, κοίτα να δεις!

giboso, sa 1. ε, καμπούρης, -α, -ικο, καμπουριασμένος, -η, -ο

2. α θ, καμπούρης, καμπούρα

gibosidad 1. θ, κύφωση, κύρτωση, κυφοσκολίωση

gibón 1. α, ζωλ, γίβωνας

agobiar 1. ρμ, μτφ, καμπουριάζω ψυχικά κάποιον= αγχώνω, βασανίζω, καταβάλλω,

no me agobies con tus preguntas, μην με αγχώνεις με τις ερωτήσεις σου

Es un trabajo bien pagado, pero la presión me agobia,

Είναι μια καλοπληρωμένη δουλειά, αλλά η πίεση με καταβάλλει

2. κάτι με κάμπτει ψυχικά πολύ, αγχώνει, καταπιέζει, με ρίχνει, καταβάλλει,

la tristeza me agobia, η θλίψη με κάμπτει ψυχικά, καταπιέζει

lo agobian las penas, τον βασανίζουν οι στεναχώριες

Me agobia vivir lejos de mi familia y mis amigos,

Με καταβάλλει το να ζω μακριά από την οικογένεια και τους φίλους μου

3. κάμπτομαι σωματικά, κουράζω, tanto trabajo me agobia,

όλη αυτή η δουλειά με κουράζει

4. πρχ σ-κύβω> κλίνω το σώμα

5. μτφ, ενοχλώ, ¡No me agobies más!, Μην με ενοχλείς άλλο!

6. ραντ, κάμπτομαι ψυχικά= αγχώνομαι, se agobia por todo, αγχώνεται για τα πάντα

agobio πρχ που με κάνει να καμπου-ριάζω ψυχικά, σωματικά ή σαν κόμπος

1. α, άγχος ψυχικό, El agobio de organizar su propia boda sin ayuda lo está matando,

Το άγχος του να οργανώσει τον γάμο του χωρίς βοήθεια τον σκοτώνει

2. βάρος, καταπίεση, βάσανο από κάτι, no soporta el agobio de la fama,

δεν αντέχει την πίεση της επιτυχίας

3. ασφυξία, πνίξιμο, la calefacción tan fuerte me produce agobio,

η τόσο δυνατή θέρμανση μου προκαλεί ασφυξία

agobiado, da καμπουριασμένος ψυχικά, σωματικά από κούραση

1. ε, αγχωμένος, -η, -o

2. βασανισμένος, -η, -o, era un hombre agobiado, ήταν ένας βασανισμένος άντρας

3. πνιγμένος, -η, -ο από κάτι, agobiado por las deudas, cayó en una depresión,

πνιγμένος από τα χρέη, έπεσε σε κατάθλιψη

agobiador, ra 1. ε, που προκαλεί καμπούρα ψυχική, σωματική, αγχωτικός, -ή, -ό,

αφόρητος, -η, -o, πνικτικός, -ή, -ó

agobiante 1. ε, για άτομο, φορτικός, -ή, -ó, εκνευριστικός, -ή, -ó,

es un niño agobiante, αυτό το παιδί είναι πολύ εκνευριστικό

2. για αίσθηση, αβάσταχτος, -η, -ο, αφόρητος, -η, -ο, hace un calor agobiante,

κάνει αφόρητη ζέστη

3. αγχωτικός, -ή, -ó, trabajo agobiante, αγχωτική δουλειά

chepa 1. θ, οικ, καμπούρα, ύβος

2. εκφ, subírsele a alguien a la chepa, του κάθομαι κάποιου στο σβέρκο

cheposo, sa, chepudo, da 1. ε, α θ, καμπούρης, -α, -ικο, καμπούρης, καμπούρα

yubarta 1. θ, ζωλ, μεγαπτεροφάλαινα, καμπουρωτή φάλαινα

Scroll to Top