GIGANTE= ΠΡΧ ΓΙΓΑΝΤΑΣ, ΓΙΓΑΝΤΩΝΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gigante 1. α, κυρ, μτφ, γίγαντας, γίγας, Los niños leyeron un cuento sobre un gigante que comía cabras de un solo bocado, Τα παιδιά διάβασαν μια ιστορία για έναν γίγαντα που έτρωγε κατσίκες με μια χαψιά
Por una condición genética, Diego creció a ser un gigante,
Λόγω μιας γενετικής πάθησης, ο Ντιέγκο μεγάλωσε και έγινε γίγαντας
2. μτφ, γίγαντας σε δραστηριότητα, gigante del atletismo, γίγαντας του αθλητισμού
3. εκφ, gigantes y cabezudos, γίγαντες και κεφάλες, λαϊκή καρναβαλική παράδοση με μορφές γιγάντων που παριστάνουν δημοφιλή πρόσωπα ή μυθολογικούς ήρωες
gigante 1. ε, γιγαντιαίος, -α, -ο, γιγάντιος, -α, -o, una pantalla gigante,
μία γιγαντιαία οθόνη
giganta 1. θ, γιγαντόσωμη γυναίκα
2. μτφ, γιγαντόσωμη γυναίκα σε διήγημα
3. βοτ, ηλίανθος, άκανθος, ακάνθα
supergigante 1. α, αθλ, υπεργιγαντιαία κατάβαση, υπεργιγαντιαίο σλάλομ
gigantea 1. θ, βοτ, ηλίανθος, άκανθος, ακάνθα
gigantesco, ca 1. ε, γιγαντιαίος, -α, -o, γιγάντιος, -α, -o, un gigantesco edificio,
ένα γιγαντιαίο κτίριο
gigantez 1. θ, γιγαντιαίο μέγεθος
gigantismo 1. α, ιατ, γιγαντισμός
gigantomaquia 1. θ, μετ, γιγαντομαχία
gigantón, ona 1. α θ, γιγάντια φιγούρα καρνάβαλου
jayán, ana 1. α θ, πρχ χαγιαν= γίγαντας, κολοσσός
agigantar 1. ρμ, δίνω σε κάτι γιγαντιαίες διαστάσεις, γιγαντώνω,
el miedo agiganta la preocupación, ο φόβος γιγαντώνει την ανησυχία
2. ραντ, γιγαντώνομαι, αποκτώ τεράστιες διαστάσεις,
sus diferencias se agigantaron tras la discusión,
οι διαφορές γιγαντώθηκαν μετά την διαφωνία
agigantado, da 1. ε, σε μέγεθος, γιγαντωμένος, -η, -o, γιγαντιαίος, -α, -ο, γιγάντιος, -α, -ο,
El insecto aparecía agigantado bajo la lupa,
Το έντομο φαινόταν γιγάντιο κάτω από τον μεγεθυντικό φακό
2. υπερ του σύνηθες, υπέρμετρος, -η, -ο, τεράστιος, -α, -ο,
es un risco agigantado, είναι ένα ρίσκο υπέρμετρο
3. εκφ, a pasos agigantados, με βήματα γιγάντια = αλματωδώς
crecer a pasos agigantados, μεγαλώνω με βήματα γοργά, γιγάντια, αλματωδώς
giga 1. θ, χορός ζιγκ, ζίγκα
2. α, οικ, πλφ, γίγα
gigabyte 1. α, πλφ, γιγαμπάιτ, πλήθος ψηφιο-λέξεων
gigahercio 1. α, γιγάκυκλος, gigahertz