GESTO= ΠΡΧ ΧΕ-ΣΤΟ> ΧΕΙΡΟ-ΣΤΑΣΙΑ> ΧΕΙΡΟ-ΝΟΜΙΑ, ΠΡΧ ΕΓΕΙΡΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
arcén 1. α, πρχ αρσεν ή λ-ωρίς> έρεισμα, λωρίδα επείγουσας ανάγκης για λεωφόρο, δρόμο, arcén de carretera, calle
gesto πρχ χειρο-στασία= χειρο-νομία
1. α, χειρονομία με χέρια, Hizo un gesto para indicar que estaba de acuerdo,
Έκανε μια χειρονομία για να δείξει πως ήταν σύμφωνος
2. έκφραση προσώπου, γκριμάτσα, Dijo que sí, pero su gesto decía que no,
Είπε ναι, αλλά η έκφραση του έλεγε όχι
3. μορφασμός προσώπου, Su gesto facial en la foto de la montaña rusa es graciosísimo,
Η έκφραση του προσώπου του στη φωτογραφία του στο τρενάκι είναι ξεκαρδιστική
4. χειρονομία, πράξη, ενέργεια, aquel ofrecimiento fue un gesto de amistad,
εκείνη η προσφορά ήταν μια πράξη φιλική
5. εκφ, torcer el gesto, στρίβω τα μούτρα= κάνω γκριμάτσες, μορφάζω
gestear 1. ρα, πρχ χειρο-στατώ= κάνω χειρονομίες, μορφασμούς, εκφράσεις προσώπου,
Gesteaba intentando decirnos algo, Έκανε χειρονομίες προσπαθώντας να μας πει κάτι
gesticular 1. ρα, χειρονομώ με χέρια, κάνω χειρονομίες,
Los analistas dicen que el candidato gesticulaba demasiado durante el debate,
Οι αναλυτές λένε ότι ο υποψήφιος χειρονομούσε υπερβολικά κατά τη διάρκεια της συζήτησης
2. κάνω εκφράσεις με πρόσωπο, μορφάζω, κάνω μορφασμούς, γκριμάτσες
gesticulación 1. θ, χειρονομία, La gesticulación excesiva se percibe como un factor de distracción en la comunicación, Η υπερβολική χειρονομία αντιλαμβάνεται ως παράγοντας απόσπασης της προσοχής στην επικοινωνία
2. μορφασμός, γκριμάτσα
gesticular 1. ε, χειρονομιακός, -ή, -ό, σχετικό με χειρονομίες, μορφασμούς
gesticulador, ra 1. ε, χειρονομιακός, -ή, -ό, που εκφράζεται χειρονομώντας,
es muy gesticulador, cuando habla no para de mover las manos,
Είναι πολύ χειρονομιακός, όταν μιλάει δεν σταματά να κουνάει τα χέρια του
2. που κάνει μορφασμούς, εκφράσεις προσώπου
gestual 1. ε, σχετικό με χειρονομίες ή κινήσεις σώματος, κινησιακός, -ή, -ό
χειρονομιακός, -ή, -ό
2. που γίνεται, εκφράζεται με χειρονομίες, χειρονομιακός, -ή, -ό
el mimo hizo un espectáculo gestual, ο μίμος έκανε μια παράσταση χειρονομιακή
gestualidad 1. θ, σύνολο χειρονομιών, χειρονομίες, Presta atención a su gestualidad,
Δώσε προσοχή στις χειρονομίες του
2. γλώσσα σώματος, Tengo que mejorar mi gestualidad,
Πρέπει να προσέξω την γλώσσα σώματος
gestualismo 1. α, χειρονομισμός, γλώσσα των χειρονομιών
gestualmente 1. επρ, χειρονομιακά, με χειρονομίες
gesta πρχ χειρο-στασία ατόμου ξεχωριστή
1. θ, ανδραγάθημα, ηρωική πράξη, Hoy se conmemora la gesta de los revolucionarios que lucharon por la independencia, Σήμερα γιορτάζεται η μνήμη η ηρωική πράξη των επαναστατών που πάλεψαν για την ανεξαρτησία
2. έπος, εποποιία, las gestas de Ulises, το έπος του Οδυσσέα
3. άθλος, επίτευγμα, La prensa elogia la gesta del equipo de hockey campeón de los Juegos Olímpicos, Ο Τύπος επαινεί το επίτευγμα της ολυμπιονίκης ομάδας χόκεϋ
gestar 1. ρμ, πρχ χειρο-στατώ έμβρυο= κυο-φορώ, La elefanta gesta a su cría por un periodo de entre 21 y 22 meses, Η ελεφαντίνα κυοφορεί το μικρό της για μια περίοδο μεταξύ 21 και 22 μηνών
2. ρμ, μτφ, κυοφορώ, εκκολάπτω ιδέα, συναίσθημα, αναπτύσσω, ετοιμάζω,
Nuestra empresa está gestando un proyecto para llevar agua al desierto,
Η εταιρεία μας αναπτύσσει ένα έργο για να φέρει νερό στην έρημο
3. ραντ, μτφ, κυοφορούμαι, ετοιμάζομαι, εκκολάπτομαι, αναπτύσσομαι,
en ese viaje se gestó su libro, σε αυτό το ταξίδι κυοφορήθηκε το βιβλίο του
Nadie se podía imaginar que se estaba gestando una guerra de tal magnitud,
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ετοιμαζόταν ένας πόλεμος τέτοιου μεγέθους
gestación 1. θ, κυρ, εγκυμοσύνη, κυοφορία, κύηση, Fiorella perdió el bebé en el cuarto mes de gestación, Η Fiorella έχασε το μωρό στον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης
2. μτφ, εκκόλαψη, ανάπτυξη, ετοιμασία, El disco todavía está en gestación, pero hemos lanzado dos sencillos, Ο δίσκος είναι ακόμα σε ετοιμασία, αλλά έχουμε κυκλοφορήσει δύο σινγκλ
gestante 1. θ, λογ, χειρο-στατών έμβρυο= κυοφορούσα, έγκυος
gestatorio, ria 1. ε, πρχ χειρο-στατικό, που φέρεται στα χέρια, χειροφορητός, -ή, -ó
cogerente 1. α θ, πρχ συν-χειρίζων= συνδιαχειριστής, -ια
cogerencia 1. θ, συνδιαχείριση
gerente 1. α, πρχ χειρίζων= διευθυντής, -ια, διαχειριστής, -ια, υπεύθυνος, -η,
Silvia es la gerente de compras, Η Silvia είναι η υπεύθυνη αγορών
gerencia 1. θ, αξίωμα διαχείρισης, περίοδος διαχείρισης
gerencia de una importante firma comercial, διαχείριση μιας σημαντικής εμπορικής φίρμας
2. γραφείο διεύθυνσης
3. διεύθυνση, διοίκηση, La gerencia decidió despedir a tres trabajadores,
Η διοίκηση αποφάσισε να απολύσει τρεις εργαζόμενους
gestionar πρχ χειρο-στατώ σε κάτι, δια-χειρίζομαι
1. ρμ, διαχειρίζομαι, διευθύνω, διοικώ επιχείρηση, εταιρία,
¿Podrán gestionar el negocio ustedes solos?
Θα μπορέσετε να διευθύνετε την επιχείρηση μόνοι σας;
2. κανονίζω, διαπραγματεύομαι υπόθεση, ¿Quién gestionó la compra de la casa?
Ποιος διαπραγματεύτηκε την αγορά του σπιτιού;
3. τακτοποιώ, επεξεργάζομαι διατυπώσεις για υποτροφία, έγγραφο, δάνειο,
La agencia de inmigración va a gestionar mi permiso de residencia este mes,
Η υπηρεσία μετανάστευσης θα επεξεργαστεί την άδεια διαμονής μου αυτόν τον μήνα
gestión 1. θ, διαχείριση, διοίκηση, διεύθυνση επιχείρησης, εταιρίας, ιδρύματος
2. διατύπωση, επεξεργασία σε διαδικασίες
3. διακανονισμός, διαπραγμάτευση σε υπόθεση, αγορά
4. πλφ, εμπ, οκν, διαχείριση
cogestión 1. θ, διαχείριση, διοίκηση απο κοινού, συν-διαχείριση, συν-διοίκηση
gestor, ra 1. ε, που χειρο-στατεί= διαχειριστικός, -ή, -ό, διοικητικός, -ή, -ó
el equipo gestor, η διοικητική ομάδα, η ομάδα διαχείρισης
2. α θ, διευθυντής, -ια, διοικητής σε εταιρία, ίδρυμα, επιχείρηση
3. σνθ, gestor administrativo, διευθυντής διοίκησης
gestor de fondos, διαχειριστής κεφαλαίων
gestor de negocios, διαχειριστής επιχειρήσεων
gestor 1. α, πλφ, διαχειριστής αρχείων, δεδομένων, gestor de archivos, datos
gestoría 1. θ, γραφείο διαχειριστή σε διαδικασίες, σε κρατική υπηρεσία
2. γραφείο επιχείρησης, αντιπροσωπεία, πρακτορείο
congestionar πρχ συν-χειρο-στατώ= συν-άγω, συν-φορίζω
1. ρμ, ραντ, συγκεντρώνω αίμα σε μέρος του σώματος, κοκκινίζω,
el calor me congestiona las manos, η ζέστη μου κοκκινίζει τα χέρια μου
su rostro se congestionó con el enfado, το πρόσωπό του κοκκίνισε από θυμό
2. προκαλώ συμφόρηση, μπουκώνω, φρακάρω, La sangre congestionó los pulmones del paciente, y debió ser intubado, Το αίμα μπούκωσε τους πνεύμονες του ασθενούς και χρειάστηκε να διασωληνωθεί
2. μτφ, προκαλώ συμφόρηση για κίνηση, φρακάρω, μπλοκάρω,
el accidente congestionó las calles del centro,
το ατύχημα προκάλεσε συμφόρηση, φράκαρε τους δρόμους του κέντρου
congestión 1. θ, συμφόρηση, υπεραιμία, μπούκωμα για μύτη, πνευμόνια
2. μτφ, συμφόρηση, μποτιλιάρισμα για κίνηση
congestionado, da πρχ συμ-φορημένο
1. ε, για μύτη, μπουκωμένος, -η, -o
2. για πρόσωπο, κατακόκκινος, -η, -o
3. για κίνηση, δρόμους, μποτιλιαρισμένος, -η, -o
congestivo, va 1. ε, συμφορητικός, -ή, -ό, υπεραιμικός, -ή, -ό
descongestionar 1. ρμ, ραντ, απο-συμ-φορίζω, κάνω αποσυμφόρηση, αποσυμφορώ, αποσυμφορούμαι, El mentol te ayuda a descongestionar la nariz,
Η μενθόλη βοηθά στο να κάνεις αποσυμφόρηση της μύτης σας
2. μτφ, αποσυμφορώ, la nueva carretera ha descongestionado el tráfico,
Ο νέος δρόμος έχει αποσυμφορήσει την κίνηση
descongestión 1. θ, αποσυμφόρηση, descongestión nasal, ρινική αποσυμφόρηση
2. αποσυμφόρηση οχημάτων, δρόμων, ατόμων
descongestionador, ra 1. ε, αποσυμφορητικός, -ή, -ó
descongestionante 1. ε, αποσυμφορητικός, -ή, -ó
2. α, αποσυμφορητικό φάρμακο
descongestivo, va 1. ε, αποσυμφορητικός, -ή, -ó
gerundio 1. α, γρμ, γερούνδιο
2. οικ, μτφ, μεγαλόστομος άνθρωπος, δοκησίσοφος, σαν γερούνδιο
3. εκφ, ¡andando, marchando, arreando, que es gerundio! μπρος, φεύγουμε, την κάνουμε!
gerundiada 1. θ, οικ, στομφώδες, πομπώδες ύφος
gerundiano, na 1. ε, οικ, για έκφραση, στιλ, στομφώδης, -ης, -ες, πομπώδης, -ης, -ες
digerir πρχ δι-εγείρω ή δι-άγω μέσα μου κάτι, πρχ δια-χειρίζομαι ψυχικά κάτι
1. ρμ, χωνεύω, καταπίνω τροφή, Tu organismo tarda más tiempo en digerir queso,
Το σώμα σας αργεί περισσότερο χρόνο για να χωνέψει το τυρί
2. μτφ, χωνεύω, καταπίνω, αφομοιώνω, για γεγονός, είδηση, πληροφορία, προσβολή,
Mi hijo es inteligente y digiere conocimientos nuevos con rapidez,
Ο γιος μου είναι έξυπνος και αφομοιώνει γρήγορα νέες γνώσεις,
Me fue difícil digerir la muerte de mi mejor amigo,
Μου ήταν δύσκολο να χωνέψω τον θάνατο του καλύτερου φίλου μου
digestión 1. θ, πέψη, χώνεψη, mala digestión, δυσπεψία
2. εκφ, de mala digestión, κακο-χώνευτος> με κακό χαρακτήρα, δύστροπος, -η, -ο,
hombre de mala digestión, άνθρωπος δύστροπος, κακού χαρακτήρα
ή για κατάσταση, πρχ δυσ-χείριστη, δύσκολος, -η, -ο, situación de mala digestión, κατάσταση δύσκολη
cortársele a alguien la digestión, παθαίνω υδροπληξία
digestivo, va 1. ε, για τροφή, χωνευτικός, -ή, -ó
2. ανα, πεπτικός, -ή, -ó, función digestiva, πεπτική λειτουργία
digestivo 1. α, για ποτό, προιόν, χωνευτικό
digestor 1. α, τχν, συσκευή χώνευσης
digestible 1. ε, ευκολοχώνευτος, -η, -ο, εύπεπτος, -η, -ο, αφομοιώσιμος, -η, -ο
digestibilidad 1. θ, ευκολο-χωνευτικότητα, πεπτικότητα, αφομοιωσιμότητα τροφής
digerible 1. ε, digestible
digesto 1. α, νομ, πρχ δια-χειριστό = σύνολο κειμένων από ρωμαίους νομικούς, επιτομή
indigerible 1. ε, δυσκολοχώνευτος, -η, -ο, δύσπεπτος, -η, -ο,
Esos alimentos son indigeribles. Los humanos no los consumen,
Αυτά τα τρόφιμα είναι δύσπεπτα. Οι άνθρωποι δεν τα καταναλώνουν
2. μτφ, δυσνόητος, -η, -ο, δύσπεπτος, -η, -ο, Lo que escribe ese filósofo es indigerible,
Αυτό που γράφει αυτός ο φιλόσοφος είναι δύσπεπτο
indigestión 1. θ, δυσπεψία
indigestarse 1. ραντ, πρχ ανευ> δεν διάγω την τροφή= έχω, παθαίνω, με πιάνει δυσπεψία,
El abuelo cenó demasiado y se indigestó,
Ο παππούς έφαγε πολύ για δείπνο και έπαθε δυσπεψία
2. μου προκαλεί δυσπεψία κάτι, Me gustan los pimientos, pero prefiero no comerlos porque siempre se me indigestan, Μου αρέσουν οι πιπεριές, αλλά προτιμώ να μην τις τρώω γιατί πάντα μου προκαλούν δυσπεψία
3. μτφ, μου είναι α-δια-χείριστο= δεν χωνεύεται κάποιος, κάτι, μου κάθεται άσχημα,
Él me cae bien, pero su esposa se me indigestó. ¡Es tan falsa!,
Αυτός μου κάθεται καλά, αλλά η γυναίκα του μου κάθισε άσχημα. Είναι τόσο ψεύτικη!
4. εκφ, indigestársele algo a alguien, δεν μπορώ να χωνέψω κάτι, μου κάθεται βαρύ,
se le indigestó la cena, το δείπνο τού έκατσε βαρύ,
ή οικ, μτφ, δεν χωνεύω κάποιον, κάτι, μου κάθεται κάποιος στο λαιμό,
me ha indigestado esa persona, αυτό το άτομο μού κάθεται στο λαιμό
indigesto, ta 1. ε, κυρ, δυσκολοχώνευτος, -η, -o, δύσπεπτος, -η, -o
2. μτφ, δύσπεπτος, -η, -o, βαρετός, -ή, -ó
ingerir 1. ρμ, πρχ εν-εγείρω = καταπίνω, τρώω, Mi perro ingirió una barra de chocolate,
Ο σκύλος μου έφαγε μια σοκολάτα
Le llevamos a nuestro hijo al médico por ingerir accidentalmente una botella de jarabe para la tos, Πήγαμε τον γιο μας στο γιατρό επειδή κατά λάθος κατάπιε ένα μπουκάλι σιρόπι για τον βήχα
ingesta 1. θ, λογ, κατάποση
ingestión 1. θ, κατάποση, en caso de ingestión accidental…
σε περίπτωση τυχαίας κατάποσης…
predigerido, da 1. ε, προχωνευμένος, -η, -o
gestalt 1. α, ψυχ, γκεσταλτισμός, μορφολογική ψυχολογία
gestáltico, ca 1. ε, ψυχ, γκεσταλτικός, -ή, -ό
sugerir πρχ σου-χεριρ> συ-χειρίζω> υπο-χειρίζω ή υπ-εγείρω κάτι σε κάποιον
1. ρμ, προτείνω, υποδεικνύω, Sugiero que te vayas a dormir ya, es tarde,
Προτείνω να πάς για ύπνο τώρα, είναι αργά
¿qué sugieres que hagamos? τι προτείνεις να κάνουμε;
2. υπαινίσσομαι, El artículo sugiere la posibilidad de que las elecciones se vuelvan a repetir por sospecha de fraude, Το άρθρο υπαινίσσεται την πιθανότητα του να επαναληφθούν οι εκλογές λόγω υποψίας νοθείας
3. υπ-εγείρω= φέρνω στο νου, ανακαλώ, θυμίζω, ¿qué te sugiere esta canción?
τι σου φέρνει στο νου αυτό το τραγούδι;
La comida que cocinaste me sugiere la cocina auténtica italiana,
Το φαγητό που μαγείρεψες μου θυμίζει την αυθεντική ιταλική κουζίνα
sugerencia 1. θ, πρόταση, υπόδειξη, σύσταση, συμβουλή,
Ir a la playa fue una muy buena sugerencia,
Το να πάω στην παραλία ήταν μια πολύ καλή πρόταση,
seguiré tu sugerencia e iré al médico antes de que empeore,
Θα ακολουθήσω την υπόδειξη σου και θα πάω στο γιατρό πριν χειροτερέψει,
¿tienen ustedes buzón de sugerencias? έχετε κιβώτιο προτάσεων, παραπόνων;
sugerente 1. ε, που υπ-εγείρει= υποδηλωτικός, -ή, -ό, υπαινικτικός, -ή, -ό,
llevaba un vestido negro muy sugerente, φορούσε ενα φόρεμα μαύρο πολύ υπαινικτικό
2. πρχ εγείρων > ενθυμητικός, -ή, -ό, που ανακαλεί, που φέρνει στο νού,
La música de los años ochenta es conmovedora para mí y sugerente de mi niñez
Η μουσική της δεκαετίας του ογδόντα είναι συγκινητική για εμένα και ενθυμητική των παιδικών μου χρόνων
sugeridor, ra 1. ε, υποδηλωτικός, -ή, -ό, υπαινικτικός, -ή, -ό
2. ενθυμητικός, -ή, -ό, που ανακαλεί, που φέρνει στο νού
sugestionar πρχ να συ-χειριστώ ή υπο-χειριστώ
1. ρμ, ραντ, επηρεάζω, ασκώ υποβολή, υποβάλλω την θέληση σε κάποιον,
los grandes magos pueden sugestionar al público,
οι μεγάλοι μάγοι μπορούν να υποβάλλουν το κοινό
La película de terror me sugestionó por completo y no pude pegar un ojo
Η ταινία τρόμου με επηρέασε εντελώς και δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι
2. ρμ, συναρπάζω, le sugestiona la ciencia ficción, τον συναρπάζει η επιστημονική φαντασία
3. ραντ, ψυχ, αυθυποβάλλομαι, παθαίνω εμμονή με ιδέα, μου κολλάει στο μυαλό,
Me sugestioné con la idea de que no aprobaría el examen y por eso suspendí,
Κόλλησα με την ιδέα ότι δεν θα πέρναγα τις εξετάσεις και γι’ αυτό απέτυχα
sugestión 1. θ, πρχ συ-χειριστό= υποβολή θέλησης, sugestión hipnótica, υπνωτική υποβολή
2. επιβολή, tiene mucho poder de sugestión, έχει μεγάλη δύναμη επιβολής
3. πρόταση, υπόδειξη, ¿alguna sugestión? καμιά πρόταση;
sugestionable 1. ε, ευκολοχείριστος, -η, -ο, ευεπηρέαστος, -η, -ο
sugestivo, va πρχ που συν-εγείρει ή υπ-εγείρει νοήματα, ανακαλεί, ελκύει
1. ε, υποδηλωτικός, -ή, -ó, υπαινικτικός, -η, -o,
Conozco esa mirada sugestiva de mi esposa que indica que es hora de irnos,
Ξέρω αυτό το υπαινικτικό βλέμμα της γυναίκα μου που δείχνει ότι είναι ώρα να φύγουμε
2. θελκτικός, -ή, -ό, δελεαστικός, -ή, -ό, es un viaje tan sugestivo que no pude negarme,
είναι ένα ταξίδι τόσο δελεαστικό που δεν μπορούσα να αρνηθώ
autosugestionarse 1. ραντ, να αυτο-χειριστώ= αυθυποβάλλομαι
autosugestión 1. θ, αυθυποβολή
exagerar πρχ εξ-εγείρω ορίων ή εξ-άγω απο όρια
1. ρμ, ρα, υπερβάλλω, μεγαλοποιώ, Pablo suele exagerar cuando cuenta una historia,
Ο Πάμπλο συχνά υπερβάλλει όταν λέει μια ιστορία,
las madres exageran cuando hablan de las virtudes de su hijos,
οι μητέρες υπερβάλλουν όταν μιλούν για τις αρετές των παιδιών τους
exageración 1. θ, υπερβολή , son exageraciones suyas, είναι δικές του υπερβολές
decir que eres más lista que nadie es una exageración,
Το να λες ότι είσαι πιο έξυπνη από όλους τους άλλους είναι μια υπερβολή
2. εκφ, una exageración de, μια υπερβολή απο, υπερβολική ποσότητα από, αφθονία από
exageradamente 1. επρ, υπερβολικά, υπερβολικώς
exagerado, da 1. ε, υπερβολικός, -ή, -ó, es muy exagerada con el maquillaje,
Είναι πολύ υπερβολική με το μακιγιάζ
es un precio exagerado para la calidad del producto,
Είναι μια υπερβολική τιμή για την ποιότητα του προϊόντος
2. για αρετές, μεγαλοποιημένος, -η, -o
3. α θ, για άτομο, υπερβολικός, -ή, ¡eres un exagerado! είσαι υπερβολικός
registrar πρχ περι-χειρίζω, κάνω κάτι με το χέρι
1. ρμ, ερευνώ, ψάχνω κάτι, κάποιον, registraron los equipajes en la aduana,
έψαξαν τις αποσκευές στο τελωνείο
la policía registró el barrio a fondo, η αστυνομία ερεύνησε εξονυχιστικά τη γειτονιά
2. γράφω με το χέρι= εγγράφω, καταγράφω σε επίσημο φορέα,
registrar un nacimiento, καταχωρώ μια γέννηση
3. καταχωρώ, καταγράφω, δηλώνω γεγονότα, στοιχεία,
hemos registrado un aumento del desempleo, έχουμε καταγράψει αύξηση της ανεργίας
4. για συσκευή, καταγράφω, los termómetros registraron mínimas de 2 grados,
τα θερμόμετρα κατέγραψαν ελάχιστη θερμοκρασία 2 βαθμών
5. καταθέτω, κατοχυρώνω σήμα, πατέντα, registrar una marca,
κατοχυρώνω ένα εμπορικό σήμα
6. ρμ, ραντ, καταγράφω σε ήχο, εικόνα,
los periodistas registraron lo sucedido con una cámara,
οι δημοσιογράφοι κατέγραψαν το συμβάν με μια κάμερα
7. εκπ, εγγράφομαι, se ha registrado en una academia de idiomas,
έχει εγγραφεί σε μια σχολή ξένων γλωσσών
8. για γεγονός, καταγράφομαι σαν συμβάν, συμβαίνω, σημειώνομαι,
no se han registrado lluvias en los últimos días,
δεν έχουν καταγραφεί βροχές τις τελευταίες ημέρες
9. εκφ, ¡a mí que me registren!, εμένα ας με ψάξουν> δεν έχω καμία σχέση,
yo no tengo esos papeles, ¡a mí que me registren!
εγώ δεν έχω αυτά τα χαρτιά, δεν έχω καμία σχέση
registro πρχ περι-χειρισμός, πράξη, πράγμα σχετικό με το χέρι
1. α, γραφείο μητρώου για καταχωρήσεις
2. βιβλίο καταχωρήσεων, πρωτόκολλο
3. βιβλίο καταγραφής για ακίνητο, κτηματολόγιο, γέννηση, μητρώο, ληξιαρχείο,
registro de finca, nacimiento
4. έρευνα σε μέρος, έρευνα πραγμάτων σε τελωνείο
5. γλγ, registro coloquial, καταγραφή καθομιλουμένης
6. μσκ, στο πιάνο, κλειδί για χειρισμό ήχων
7. καταγραφή εικόνας
8. ευρετήριο δεδομένων, σελιδοδείκτης
9. οπή παρατήρησης για τζάκι
10. πλφ, καταχωρητής
11. σνθ, registro central, κεντρικό μητρώο
registro central de penados y rebeldes, κεντρικό ποινικό μητρώο
registro civil, ληξιαρχείο, δημοτολόγιο
registro de antecedentes penales, ποινικό μητρώο
registro de defunciones, μητρώο θανάτων
registro de entrada, γραφείο εγγραφών
registro de la propiedad, κτηματολόγηση και γραφείο, κτηματολόγιο
registro de la propiedad industrial, γραφείο ευρεσιτεχνιών και εμπορικών σημάτων
registro de la propiedad intelectual, μητρώο πνευματικής ιδιοκτησίας
registro de sonido, ηχογράφηση
registro domiciliario έρευνα κατ’ οίκον
registro electoral, εκλογικός κατάλογος
registro genealógico, γενεαλογικό βιβλίο
registro mercantil, εμπορικό μητρώο, μητρώο επιχειρήσεων
registro parroquial, ενοριακό μητρώο
12. εκφ, inscribir a alguien en el registro, καταχωρώ, εγγράφω κάποιον στα μητρώα
llevar el registro de algo, κρατώ αρχείο
tocar todos los registros, χρησιμοποιώ κάθε δυνατό μέσο
ή αγγίζω την ευαίσθητη χορδή, σημείο
registrado, da 1. ε, καταχωρημένος, -η, -ο, καταγεγραμμένος, -η, -o
imágenes registradas, καταγεγραμμένες εικόνες
2. κατοχυρωμένος, -η, -ο, κατατεθείς, -είσα, -έν
marca registrada, σήμα κατατεθέν
registrador, ra 1. ε, καταγραφικός, -ή, -ό
caja registradora, ταμειακή μηχανή
2. α θ, επιθεωρητής, -ια δημόσιος
3. μηχάνημα εγγραφής ενδείξεων, ήχου, κ.λπ.
4. σνθ, registrador de la propiedad, υπάλληλος κτηματολογίου
registradora 1. θ, ταμειακή μηχανή