GEMIR

GEMIR= ΠΡΧ ΓΕΜΙΡ> ΒΓΑΖΩ ΛΥ-ΓΜΟ, ΒΟΓΚΑΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gemir 1. ρα, για ζώο, άτομο, βγάζω λυγμούς από πόνο, λύπη, βογκάω, βογκώ, ουρλιάζω,

me lo encontré gimiendo en su habitación, τον βρήκα να βγάζει λυγμούς στο δωμάτιο του

el perro gemía cuando se rompió la pata, ο σκύλος βόγκαγε όταν έσπασε το πόδι του

Todos gemían desconsoladamente en el funeral,

Όλοι έβγαζαν λυγμούς απαρηγόρητα στην κηδεία

Los heridos gemían de dolor, Οι τραυματίες ούρλιαζαν από τον πόνο

2. μτφ, για άνεμο, ουρλιάζω, el viento gemía en las ramas,

ο άνεμος ούρλιαζε στα κλαδιά

gemido 1. α, λυγμός από πόνο, λύπη, βογκητό, ουρλιαχτό,

El oso que pisó la trampa soltó un gemido estridente,

Η αρκούδα που πάτησε την παγίδα έβγαλε ένα διαπεραστικό κλάμα

2. εκφ, dar gemidos, δίνω λυγμούς= βογκάω, βογκώ

gemebundo, da 1. ε, που βγάζει πολλούς λυγμούς, λυ-γμώδης, -ες, -η

gimotear 1. ρα, βγάζω λυγμούς χωρίς λόγο, κλαψουρίζω, κλαυθμυρίζω, μυξοκλαίω,

gimoteaba hasta acabar con la paciencia de todos,

κλαψούριζε μέχρι που εξάντλησε την υπομονή όλων

gimoteo 1. α, κλαψούρισμα, κλαυθμύρισμα

gimoteador, ra 1. ε, κλαψιάρης, -α, -ικο

gemonías 1. θ πλ, πρχ λυ-γμονιές> γεμάτο λυγμούς= ταπεινωτικές τιμωρίες

2. σκαλοπάτια στον Αβεντίνο λόφο της αρχαίας Ρώμης όπου έσερναν τα πτώματα των εκτελεσθέντων με γάντζους για να τα ρίξουν στο Τίβερη

Scroll to Top