GEMOLOGÍA

GEMOLOGÍA= ΓΕΜΟΛΟΓΙΑ, ΠΡΧ YEMA> ΓΕΜΑΤΟ, ΠΡΧ ΑΓΚΩΝΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gemología 1. θ, γεμολογία

gemológico, ca 1. ε, γεμολογικός, -ή, -ó

gemólogo, ga 1. α θ, γεμολόγος

gema 1. θ, ορυ, πολύτιμος λίθος

2. βοτ, μτφ, οφθαλμός φυτού, σαν γεμάτο σημείο φυτού

gemación 1. θ, βοτ, γέμιση σημείου φυτού= άνθιση, μπουμπούκιασμα

yema 1. θ, πρχ γεμα-το μέρος αυγού= κρόκος αυγού,

la yema del huevo es amarilla o anaranjada, ο κρόκος του αυγού είναι κίτρινος ή πορτοκαλί

2. γέμι-σμα νέο σε φυτό= μάτι, μπουμπούκι φύλλου

3. πρχ σημείο γάμμα δακτύλου (Γ) οπτική μτφ = άκρο δαχτύλου, yema de dedo,

en la yema tenemos las huellas dactilares,

στην άκρη του δακτύλου έχουμε τα δακτυλικά αποτυπώματα

4. μτφ, το γεμάτο από ποιότητα= το καλύτερο από κάτι, αφρόκρεμα ¡esto si que es la yema!

αυτό μάλιστα είναι η αφρόκρεμα!

5. μαγ, μικρό γλύκισμα από ζάχαρη και κρόκους αυγών

6. σνθ, yema mejida, κρόκος αυγού χτυπημένος με ζάχαρη και αραιωμένος με γάλα

ή ζεστό νερό που χρησιμεύει ως γιατρικό κατά της καταρροής

desyemadura 1. θ, αγρ, πρχ αντι-γέμισμα φυτού= βλαστο-λόγημα, κορφο-λόγημα

desyemar 1. ρμ, αγρ, βλαστολογώ, κορφολογώ

gozne 1. α, πρχ γκοσνε> σαν αγκώνας= μεντεσές

desgoznar, desgonzar 1. ρμ, ξε-αγκωνιάζω= αφαιρώ τους μεντεσέδες

2. μτφ, προσποιούμαι κινήσεις σαν να έχω μέλη εξαρθρωμένα

3. ραντ, μένω χωρίς μεντεσέδες

4. μτφ, κακοδιοικούμαι

engoznar 1. ρμ, καρφώνω, σφίγγω τους μεντεσέδες

desengoznar 1. ρμ, βγάζω από τους μεντεσέδες

Scroll to Top