GEMELO= ΠΡΧ ΓΕ-ΜΕΛΟ> ΖΥΓΟ-ΜΕΛΟΣ> ΔΙΔΥΜΟΣ, ΔΙ-ΜΕΛΗΣ, ΠΡΧ ΜΕΛΙΖΩ> ΜΕΡΙΖΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gemelo, la 1. ε, για άτομο, δίδυμος, -η, -o
2. για αντικείμενο, κάτι της ίδιας τάξης, δίδυμος, -η, -o, ίδιος, -α, -ο,
columnas gemelas, κολώνες δίδυμες
almas gemelas, δίδυμες ψυχές
3. α πλ, μτφ, κιάλια
4. α θ, για άτομο, δίδυμος, δίδυμη, la madre salió a pasear con los gemelos,
η μαμά βγήκε βόλτα με τους δίδυμους
5. α, ανα, μτφ, γαστροκνήμιος μυς, σαν δίδυμος
6. μτφ, μανικετόκουμπο για πουκάμισο
7. αστρ, αστλ, Gemelos, Δίδυμοι
8. σνθ, gemelo idéntico, ιατ, ένας από δύο πανομοιότυπους διδύμους, μονοζυγώτης, μονοζυγωτικός δίδυμος
gemelo monocigótico, ιατ, μονοζυγώτης, μονοζυγωτικός δίδυμος
gemelo univitelino, ιατ, μονο-ωο-γενής δίδυμος
trillizos, zas 1. α θ πλ, τρίδυμοι, τρίδυμες, τρίδυμα
cuatrillizos, zas 1. α θ πλ, τετράδυμα
gemelípara 1. ε, πρχ ζυγο-μελη-πάρε= που γεννάει δίδυμα
geminar 1. ρμ, ραντ, μτφ, πρχ ζυ-γο-μελίζω= ζυγο-ποιώ, -ούμαι, γίνομαι διπλός,
algunas células se geminan para reproducirse,
κάποια κύτταρα ζυγοποιούνται για να αναπαραχθούν
2. ρα, ραντ, γλγ, ζυγοποιείται, διπλοποιείται, παράγεται διπλό ενα στοιχείο γλωσσικό
geminación 1. βιο, διάταξη κατά ζεύγη, διπλασιασμός
2. γλγ, ρητορική επανάληψη, διττότητα
geminado, da 1. ε, βιο, σε διάταξη κατά ζεύγη
2. γλγ, διπλασιασμένος, -η, -ο
Géminis 1. ονο, αστλ, Δίδυμοι
2. ε, α θ, διδυμικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με το ζώδιο των Διδύμων, Δίδυμοι
gemífero, ra 1. ε, βοτ, πρχ ζυγο-μελο-φόρο= που φέρει φυτοφθαλμούς
ή παράγεται με βλαστογονία
mellizo, za 1. ε, α θ, πρχ δι-μελής= δίδυμος, -η, -ο, διζυγωτικά
mielgo, ga 1. ε, πρχ δι-μελής= δίδυμος, -η, -o
mella πρχ ζυγο-μέλος= ένα μέρος απο κάτι ή μέλισμα απο κάτι> μέρισμα, κόψιμο
1. θ, μτφ, εγκοπή, εντομή, χαρακιά σε μαχαίρι, πιάτο, este plato tiene una mella,
αυτό το πιάτο έχει μια χαρακιά
2. κενό από έλλειψη δοντιού στην οδοντοστοιχία
3. μτφ, βλάβη, ζημιά, σαν μέρισμα, se asustó al comprobar la mella de sus bienes,
τρόμαξε οταν επιβεβαίωσε την ζημιά της περιουσίας του
4. εκφ, hacer mella (en), οικ, μτφ, προκαλώ εντύπωση, σαν να μερίζω κάτι, επιδρώ,
επηρεάζω, parece que tus consejos han hecho mella en el joven,
φαίνεται πως οι συμβουλές σου έχουν επηρεάσει τον νεαρό,
ή βλάπτω, ζημιώνω, κάνω κακό, θίγω, αμαυρώνω φήμη, υπόληψη,
aquellas acusaciones hicieron mella en su reputación,
εκείνες οι κατηγορίες αμαύρωσαν τη φήμη του
las heladas hicieron mella en la cosecha, οι παγωνιές έκαναν ζημιά στην σοδειά,
ή ενοχλώ, πειράζω για κάτι, el calor no le hace mella, η ζέστη δεν τον πειράζει
mellar πρχ δι-μελίζω> μερίζω, πρχ μελανώνω
1. ρμ, ραντ, χαράσσω, ραγίζω, dio un golpe tan fuerte que melló la espada,
έδωσε ενα χτύπο τόσο δυνατό που ράγισε το σπαθί
se ha mellado el plato, έχει ραγίσει το πιάτο
2. μτφ, πρχ κάνω μελανή, αμαυρώνω, μειώνω την αξία, κηλιδώνω τιμή, υπόληψη, φήμη,
aquel hecho melló su honra, εκείνο το συμβάν αμαύρωσε την τιμή του
3. μτφ, μειώνω, μειώνομαι για κάτι άυλο, su prestigio se ha mellado después del fracaso.
το πρεστίζ του έχει μειωθεί μετά την αποτυχία
4. κάνω μελανή, υποσκάπτω υγεία, su salud se iba mellando lentamente,
η υγεία του υποσκαπτόταν αργά
5. ραντ, για άτομο, χάνω τα δόντια μου, σαν να μερίζονται
mellado, da 1. ε, για μαχαίρι, σπαθί, πιάτο, οδοντωτός, -ή, -ó, πριονωτός, -ή, -ó
2. για άτομο, ξεδοντιάρης, -α, -ικο, φαφούτης, -α, -ικο
3. α θ, ξεδοντιάρης, -α, φαφούτης, φαφούτα
remellar 1. ρμ, πρχ περι-μερίζω δέρμα= πραγματοποιώ μετάδεψη
remellado, da 1. ε, για πράγμα, μερισμένος, -ή, -ό με χαρακιά, βαθουλωμένος, -η, -o
2. μερισμένος, -ή, -ό, με χαρακιά, για μάτια, χείλη
3. α, μετάδεψη
remilgarse 1. ραντ, για γυναίκα, πρχ περι-μερίζω το πρόσωπο περιμελιάζω> κάνω μέλια= σαν χμ-χμ, κάνω νάζια και προσποιούμαι για κάτι σαν μη μου άπτου ή όταν θέλω κάτι,
Elena se remilga cuando quiere pedirte algo,
η Έλενα κάνει νάζια όταν θέλει να σου ζητήσει κάτι
remilgo 1. α, μη μου απτου συμπεριφορά, comer sin remilgos, να φάω χωρίς μη μου απτου,
δεν είμαι δύσκολος, στο φαγητό
2. εκφ, andarse con remilgos, κάνω νάζια, τον δύσκολο,
hacer remilgos, κάνω νάζια ή είμαι απαιτητικός
remilgado, da ε, προσποιητός, -ή, -ό, επιτηδευμένος, -η, -ο, ναζιάρικος, -η, -ο
2. εκφ, hacerse el remilgado, κάνω νάζια ή κάνω τον δύσκολο
remilgadamente 1. επρ, προσποιητά, ναζιάρικα