GADO

GADO= ΓΑΔΟΣ

gado 1. α, ζωλ, γάδος, μερλούκιος, βακαλάος

gadolinio 1, α, χημ, γαδολίνιο

gádidos 1. α πλ, γαδίδες, γαδοειδείς

Scroll to Top