GAFE

GAFE= ΠΡΧ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΓΚΑΦΕΣ> ΓΚΑΝΤΕΜΗΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gafe 1. α θ, για άτομο, πρχ που προκαλεί γκάφες> ατυχία ή πρχ γκαφε> γκαντέ-μης, -ω, γρουσούζης, κακός οιωνός, κατσικοπόδαρος, -η,

no le invitaron a la fiesta porque tenía fama de persona gafe,

δεν τον κάλεσαν στη γιορτή γιατί έχει την φήμη γκαντέμη

ser un gafe, είμαι γκαντέμης, φέρνω γρουσουζιά, γκίνια

2. μτφ, που χαλάει το κέφι της παρέας, es un gafe, nos va a estropear la fiesta,

είναι χαλάστρας, θα μας χαλάσει την γιορτή

3. α, γκαντεμιά, γκίνια, κακοτυχία, Dos años sin ganar. ¡No era gafe, era una maldición!

Δύο χρόνια χωρίς να κερδίσει. Δεν ήταν γρουσουζιά. Ήταν κατάρα!

4. ε, γρουσούζικος, -ικη, -ικο, ¡Eres gafe! Siempre que viajas con nosotros, algo pasa,

Είσαι γρουσούζικος! Κάθε φορά που ταξιδεύεις μαζί μας, κάτι συμβαίνει

gafar 1. οικ, πρχ προκαλώ γκάφα σε κάτι> γκαφάρω κάτι= γκαντεμιάζω, γρουσουζεύω, φέρνω κακοτυχία, deja de hablar del tema, no vayas a gafarlo,

σταμάτα να μιλάς για το θέμα, μη και το γκαντεμιάσεις,

Me gafaste cuando me deseaste buena suerte,

Με γκαντέμιασες όταν μου ευχήθηκες καλή τύχη

2. εκφ, estar gafado, οικ, μτφ, είμαι γκαντέμης, κακότυχος

Scroll to Top