GACHÓ= ΜΤΘ ΓΚΑ-ΤΣΟ> ΤΣΙ-ΓΓΑ-ΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gaché, gachó 1. α, όνομα με το οποίο αποκαλούν οι Τσιγγάνοι τους Ανδαλουσιανούς
2. μτφ, υτμ, τύπος, no conozco a ese gachó, δεν γνωρίζω αυτόν τον τύπο
3. μτφ, πρχ γκατσέ> α-γκαζέ ή γκάτζετ> αμόρε, es su nuevo gaché, είναι το νέο αμόρε της
gachí 1. θ, οικ, μανούλι, πιπίνι, γκομενάκι, lo he visto con una gachí imponente,
τον έχω δει με ένα μανούλι φοβερό