FURIA= ΠΡΧ ΦΟΥΡΙΑ> ΘΥΜΟΣ, ΕΝΤΑΣΗ, ΒΙΑ, ΟΡΜΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
furia πρχ φουρια= ψυχικό φούντωμα, θυμός
1. θ, φούρια, μανία, οργή, Laura estaba tan enojada que se le veía la furia en los ojos,
Η Λάουρα ήταν τόσο θυμωμένη που η οργή φαινόταν στα μάτια της
2. μτφ, φούρια του αέρα, της θάλασσας, βία, μανία, la furia del viento, η μανία του ανέμου
3. φούρια= ένταση στην εκτέλεση μιας πράξης, ορμή, ενθουσιασμός
me abraza con furia, με αγκαλιάζει με φούρια, ενθουσιασμό
4. μτφ, για άτομο με φούρια ψυχική, θυμό = θηρίο, es una furia, είναι ένα θηρίο
5. εκφ, estar hecho una furia, γίνομαι θηρίο
la furia de los elementos, η μανία των στοιχείων της φύσης
las Furias, μυθ, πρχ οι Ερινύες
furibundo, da πρχ φουρι-ώδης, με πολλή φούρια
1. μτφ, για άτομο, μαινόμενος, -η, -o
2. μτφ, για άτομο, με πολλή φούρια = οργίλος, -η-o, εξοργισμένος, -η, -o, έξαλλος, -η, -ο,
José estaba furibundo porque perdió $900 en una partida de póquer,
Ο Χοσέ ήταν έξαλλος επειδή έχασε 900 δολάρια σε ένα παιχνίδι πόκερ
3. μτφ, που κινείται, γίνεται με φούρια = βίαιος, -α, -o,
4. μτφ, που πράττει με φούρια = παρορμητικός, -ή, -ό, ενθουσιώδης, -ης, -ες
5. μτφ, σφοδρός, -ή, -ό, Los diarios lanzaron un ataque furibundo contra el presidente,
Οι εφημερίδες εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση κατά του προέδρου
furierismo 1. α, φουριερισμός
furiosamente επρ πρχ με φούρια
1. βίαια
2. οργισμένα
furioso, sa πρχ φουρι-ώδης
1. για άτομο, μτφ, μαινόμενος, -η, -ο
2. μτφ, βίαιος, -α, -o
furioso 1. επρ, μσκ, στη διαπασών
furor πρχ φούρια
1. α, φούρια ψυχική, θυμός, μανία, οργή, Cuando José supo que Marta llevaba años mintiéndole, lo invadió el furor, Όταν ο Ιωσήφ έμαθε ότι η Μάρθα του έλεγε ψέματα επί χρόνια, τον κυρίευσε η οργή
2. για πράξη με φούρια= ένταση, ορμή, παρόρμηση, ενθουσιασμός,
defiende con furor su opinión, αμύνεται με ενθουσιασμό την γνώμη του
3. μτφ, η φούρια για κάτι, σαν επιθυμία, πάθος για κάτι, el furor de la moda,
το πάθος για την μόδα
4. σνθ, furor uterino, ιατ, φουρια μ-ήτρας= νυμφομανία
5. εκφ, causar, hacer furor entre, προκαλώ την φούρια= χαλάω κόσμο, κάνω θραύση
enfurecer 1. ρμ, πρχ εν-φουριάζω= προκαλώ φούρια σε κάποιον ή ένα ζώο, εξαγριώνω,
εξοργίζω, Me enfurece la gente que se estaciona enfrente de mi garage,
Με εξοργίζει όταν παρκάρουν μπροστά από το γκαράζ μου
2. ραντ, είμαι σε φούρια= εξ-αγριώνομαι, εξ-οργίζομαι, αφηνιάζω για άτομο, ζώο,
Mauro se enfureció cuando el gato orinó sobre el sofá,
Ο Μάουρο εξοργίστηκε όταν η γάτα κατούρησε στον καναπέ
se enfurece con mucha facilidad, φουριάζεται= εξαγριώνεται πολύ εύκολα
3. για θάλασσα, πρχ φουρ(τουν)ιάζεται, μαίνομαι, λυσσομανάω,
¡Regresemos a la costa! El mar se está enfureciendo,
Ας επιστρέψουμε στην ακτή! Η θάλασσα λυσσομανάει
enfurecido, da 1. ε, πρχ φουριασμένος, -η, -ο, εξ-αγριωμένος, -η, -o, εξοργισμένος, -η, -ο
"¡No pisen mis flores!" gritó la mujer enfurecida,
"Μην πατήσουν τα λουλούδια μου!" φώναξε η εξοργισμένη γυναίκα
2. για θάλασσα, φουρτουνιασμένος, -η, -ο, τρικυμιώδης, -ης, -ες
enfurecimiento 1. α, εξαγρίωση, εξοργισμός
2. φουρτούνιασμα θάλασσας
desenfurecer 1. ρμ, πρχ ξε-φουριάζω= αφαιρώ την φούρια, ηρεμώ
2. ραντ, ηρεμώ
enfurruñarse 1. ραντ, μτφ, για άτομο, θυμώνω, μουτρώνω,
se enfurruñará si no le dejas ir de viaje, θα θυμώσει αν δεν τον αφήσεις να πάει για ταξίδι
2. μτφ, για ουρανό, συννεφιάζω
enfurruñamiento 1. α, θύμωμα, μουρμούρα, γκρίνια
2. συννέφιασμα
enfurruñado, da 1. ε, μτφ, μουρμούρης, -α, -ικο, γκρινιάρης, -α, -ικο
desenfurruñar 1. ρμ, μτφ, ξ-ε-φουριάζω= ξε-θυμώνω, ξε-μουτρώνω, ηρεμώ κάποιον
2. ραντ, ξεθυμώνω, ξε-μουτρώνω, ηρεμώ εγώ, siempre acaba por desenfurruñarse,
πάντα καταλήγει με το να ξεθυμώνει
refunfuñar 1. ρα, πρχ κάνω περι-ουφ-ουφ> γκρινιάζω, μουρμουρίζω, παραπονιέμαι,
refunfuño 1. α, γκρίνια, μουρμούρα, παράπονο
refunfuñón, ona 1. ε, α θ, γκρινιάρης, -α, -ικο, παραπονιάρης, -α, -ικο, γκρινιάρης, -α, μουρμούρης
refunfuñador, ra 1. ε, α θ, γκρινιάρης, -α, -ικο, παραπονιάρης, -α, -ικο, γκρινιάρης, -α, μουρμούρης