FUNÍCULO= ΠΡΧ Φ-ΟΥΝΙ-ΚΟΥΛΟ> ΣΧ-ΟΙΝΙ-ΔΙΟΝ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
funículo 1. α, βοτ, λωρίο
funicular 1. ε, ανα, σχοινοειδής, -ής, -ές
2. α, μτφ, τελεφερίκ, επειδή βασίζεται σε συρματό-σχοινο
funámbulo, la 1. α θ, πρχ σχοιν-αμφι-λατών= σχοινο-βάτης, σχοινοβάτισσα
funambulista 1. α θ, σχοινοβάτης, σχοινοβάτισσα
funambulesco, ca 1. ε, σχοινο-βατικός, -ή, -ό
2. μτφ, για άτομο που ισορροπεί μεταξύ αντίθετων τάσεων, γνώμεων,
σχοινο-βατικός, -ή, -ό, ισορροπών, -ούσα, -όν
3. μτφ, σαν σχοινοβατικό= ανισόρροπος, -η, -ο, αλλόκοτος, -η, -o,
la situación era demasiado funambulesca para ser auténtica,
η κατάσταση ήταν υπερβολικά αλλόκοτη για να είναι αυθεντική