FUSTIGAR

FUSTIGAR= ΠΡΧ Φ-ΟΥΣΤΙΓΑΡ> Μ-ΑΣΤΙΓΩΝΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fustigar πρχ φ-ουστιγαρ> μ-αστιγώνω

1. ρμ, μαστιγώνω άλογο, El cochero fustigó a los caballos y el carruaje comenzó a moverse,

Ο αμαξάς μαστίγωσε τα άλογα και η άμαξα άρχισε να κινείται

2. ραπίζω, μαστιγώνω, los negreros fustigaban a los esclavos,

οι δουλέμποροι νέγρων μαστίγωναν τους σκλάβους

3. λογ, μαστιγώνω, la lluvia fustigaba los árboles, η βροχή μαστίγωνε τα δέντρα

4. μτφ, μαστιγώνω με λόγια= επιπλήττω, κατακρίνω, ασκώ δριμεία κριτική,

la oposición fustigó el discurso del presidente,

η αντιπολίτευση άσκησε δριμεία κριτική στην ομιλία του προέδρου

fustigación 1. θ, μαστίγωμα, ραβδισμός

2. πράξη και αποτέλεσμα του fustigar

fustigador, ra 1. ε, λογ, μαστιγωτής με λόγια= επιτιμητικός, -ή, -ó, επικριτικός, -ή, -ó

2. α θ, επικριτής, -ια

fusta 1. θ, ιππ, ηχμ φστ στο κτύπο= καμουτσίκι

2. ναυ, φούστα, ελαφρύ πλοιάριο με δύο κουπιά για εξερευνήσεις

3. ύφασμα από μαλλί

4. μάτσο από κλαδιά, βέργες κομμένα από δέντρο

hostigar πρχ οστιγαρ> μ-αστιγώνω

1. ρμ, μαστιγώνω άλογο με βέργα, καμουτσί, για να τρέξει

2. μτφ, μ-αστιγώνω κάποιον= ενοχλώ, παρενοχλώ, πρήζω, ζητάω επίμονα,

¡Deja de hostigarme con tus preguntas! Σταμάτα να με ενοχλείς με τις ερωτήσεις σου!

3. στρ, εφορμώ, επιτίθεμαι, κτυπάω, los invasores hostigaban sin tregua la ciudad sitiada,

οι εισβολείς κτύπαγαν χωρίς ανακωχή την πολιορκούμενη πόλη

hostigamiento 1. α, μ-αστίγωμα σε άλογο για να τρέξει

2. παρενόχληση, ενόχληση, πρήξιμο σε κάποιον

3. αψιμαχία

4. στρ, εφόρμηση, επίθεση, κτύπημα

hostigador, ra 1. ε, παρενοχλητικός, -ή, -ó, ενοχλητικός, -ή, -ó,

una conducta hostigadora, παρενοχλητική συμπεριφορά

2. α θ, ενοχλητικός, -ή, -ό

Scroll to Top