FRONDA= ΠΡΧ ΦΟΥΝΤΑ ΦΥΛΛΩΝ> ΦΥΛΛΩΣΙΑ, ΦΥΛΛΩΜΑ, ΗΧΜ ΦΡΟΥ ΑΠΟ ΘΡΟΙΣΜΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
fronda 1. θ, πρχ φούντα από φύλλα> σύνολο φύλλων και κλαδιών, φύλλωμα, φυλλωσιά,
el pájaro se escondió en la fronda, το πτηνό κρύφτηκε στην φυλλωσιά
2. βοτ, φύλλωμα φτέρης, fronda de helécho
fronde 1. α, βοτ, φύλλο φτέρης, fronde de helécho
frondoso, sa 1. ε, για δάσος, βλάστηση, φουντωτός, -ή, -ó, πυκνός, -ή, -ó, δασύς, -εία, -ύ
La vegetación de la zona es tan frondosa que hay mucha humedad,
Η βλάστηση στην περιοχή είναι τόσο πυκνή διότι υπάρχει πολλή υγρασία
2. για δέντρο, φουντωμένος, -η, -ο, πυκνόφυλλος, -η, -ο, árbol frondoso
3. μτφ, φουντωτός, -ή, -ó, πυκνός, -ή, -ό,
Una barba frondosa es el arquetipo de la masculinidad,
Μια πυκνή γενειάδα είναι το αρχέτυπο της αρρενωπότητας
frondosidad 1. θ, πρχ φουντότητα φύλλων, φούντωμα, πυκνότητα φύλλων