FRISAR= ΠΡΧ ΦΡΙΖΑΡΩ, ΗΧΜ ΦΡΙΖ> ΤΡΙΒΩ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΦΛΙΖ ΥΦΑΣΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
frisa 1. θ, χονδρό μάλλινο ύφασμα
2. ναυ, φρίζα
3. στρ, μτφ, πρχ φρισα> φράχτης από πασσάλους ανάμεσα σε φρούριο και επικλινές έδαφος
frisar 1. ρμ, φριζάρω ύφασμα
3. τρίβω κάτι, Darío acariciaba al gato y le frisaba el pelaje,
Ο Ντάριο χαίδευε τη γάτα και της έτριβε το τρίχωμά της
3. ναυ, βάζω φρίζα
4. μτφ, πλησιάζω, κοντεύω μια ηλικία, σαν να φριζάρω όριο> τρίβω,
Fiorella frisa los 30 y todavía no ha conseguido trabajo,
Η Φιορέλα πλησιάζει τα 30 και ακόμα δεν έχει βρει δουλειά
5. τρίβω ένα τραχύ πράγμα με δύναμη σε κάτι
6. ρα, frisar en, τρίβω> πλησιάζω, κοντεύω, su edad frisa en los sesenta,
η ηλικία της κοντεύει τα εξήντα
7. μτφ, 2 άτομα φριζάρονται> τα πάνε καλά, τα βρίσκουν
frisado 1. α, φριζάρισμα υφάσματος
2. χονδρό μάλλινο ύφασμα
3. πράξη και αποτέλεσμα του frisar
frisadora 1. θ, συσκευή φριζαρίσματος, κατσαρώματος
frisón, ona, frisio, sia 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με το Φρίσλαντ
2. α θ, γηγενής, κάτοικος του Φρίσλαντ.
frisón, frisio 1. α, γλώσσα του Φρίσλαντ